Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Αποικιακές αυτοκρατορίες

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΛΑΜΠΡΟΥ ΦΛΙΤΟΥΡΗ «Αποικιακές αυτοκρατορίες»
(εκδ. «Ασίνη»)
  Παρουσιάζουμε σήμερα ένα εκπαιδευτικό κατά βάση εγχειρίδιο. Ο Λάμπρος Φλιτούρης  έχει συγκεντρώσει τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του, έχει συμπληρώσει τη βιβλιογραφία και έχει αναπτύξει παραπάνω κάποια κεφάλαια. Σπεύδω προκαταβολικά να πω πως λυπάμαι, που δεν είχα την τύχη να διδαχτώ ένα τέτοιο εγχειρίδιο είτε στο σχολείο είτε αργότερα. Πολλές από τις στρεβλώσεις και τις ανοησίες, που κυκλοφορούν ασύδοτα στην πιάτσα, οφείλονται στον κακό, επιφανειακό και κατά βάση χρονολογικό, τρόπο διδασκαλίας της Ιστορίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, τουλάχιστον αυτό που εγώ είχα την ευκαιρία να γνωρίσω.
  Αντίθετα ο συγγραφέας συστηματοποιεί και κατηγοριοποιεί, αναδεικνύει ένα θεωρητικό πλαίσιο ανάλυσης και ερμηνείας των γεγονότων, χωρίς βεβαίως να λείπουν και τα ερεθίσματα για περαιτέρω έρευνα και θεωρητική ενασχόληση με τα ζητήματα, που ανοίγει το βιβλίο. Είναι κατά την άποψή μου πολύ σημαντικό ότι, εκτός από Σύγχρονη Ιστορία, ο Φλιτούρης έχει σπουδάσει και Ιστορία Διεθνών Σχέσεων, την επιστήμη δηλαδή που μελετάει διαχρονικά το διεθνές σύστημα και τη σχέση συνεννόησης ή αντιπαράθεσης των υποκειμένων του, βασικά των κρατών, μεταξύ τους. Αυτό κατά τη γνώμη μου δίνει βάθος στην οπτική του και αναδεικνύει τη σημασία των διεθνών συμφωνιών στην ανάπτυξη του αποικιακού φαινομένου (από τη συνθήκη του Τορντεσίγιας το 1494, που έθεσε τα όρια μεταξύ της αποικιακής ανάπτυξης των Ισπανών και των Πορτογάλων,  μέχρι το συνέδριο του Βερολίνου το 1884, που μοίρασε την Αφρική) αλλά και των διεθνών συνδιασκέψεων στην εξέταση της υποχώρησής του.
  Ξεκινάω με ένα βασικό ερώτημα, με το οποίο καταπιάνεται στην αρχή ο συγγραφέας «Γιατί να ασχολείται ένας Έλληνας ιστορικός με την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία και να μην αρκούμαστε στη μετάφραση ενός ξενόγλωσσου εγχειριδίου προκειμένου να διδάξουμε το συγκεκριμένο διδακτικό αντικείμενο». Νομίζω ότι η απάντηση που δίνει, είναι εύλογη, δεν υπάρχει όριο ανάμεσα στα «εθνικά» και «διεθνή» θέματα, πολύ περισσότερο που η ιστορία της αποικιοκρατίας φωτίζει την παγκόσμια ιστορία των τελευταίων 5 αιώνων. Ούτε εξάλλου η ελληνική ιστορία στερείται συσχετισμών με το ιμπεριαλιστικό φαινόμενο, για τους οποίους θα αναφερθώ και στη συνέχεια.
  Εξάλλου η ιστορία της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού είναι ουσιαστικά ένας τρόπος να δούμε όλη την παγκόσμια ιστορία των τελευταίων αιώνων. Η εδαφική και οικονομική επέκταση κυρίως – αλλά όχι μόνο - της Ευρώπης, η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών, των παζαριών και των διευθετήσεων αλλά και η υποχώρησή της έχει καθορίσει την εξέλιξη και τη σημερινή μορφή του πλανήτη. Για να δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς τον αποικιακό ανταγωνισμό, ο οποίος υπήρξε μια από τις βασικές αιτίες για το ξέσπασμά του. Και η διαπίστωση αυτή δεν γίνεται μόνο από τη σκοπιά των νικητών αλλά και από αυτή των ηττημένων της Ιστορίας, των πρώην αποικιοκρατούμενων λαών. Ένας ολόκληρος επιμέρους επιστημονικός κλάδος, που ονομάζεται «μετααποικιακή θεωρία» ή «μετααποικιακές σπουδές» και στοχεύει στην αποδόμηση της ευρωκεντρικής αντίληψης και στην ανάδειξη της φωνής των φιμωμένων υποτελών, συγκροτήθηκε, όπως εξάλλου φανερώνει και η ονομασία του, με άξονα το αποικιακό φαινόμενο. Το ιδρυτικό κείμενο αυτής της θεωρίας γράφτηκε το 1978 και είναι ο «Οριενταλισμός» του Παλαιστίνιου διανοούμενου Εντουάρντ Σαϊντ, για τον οποίο θα έχω την ευκαιρία να πω και στη συνέχεια.
  Γιατί όμως δεν χρησιμοποιούμε ένα αλλά δύο όρους, συνηθισμένους ούτως ή άλλως στο καθημερινό πολιτικό μας λεξιλόγιο ; Άραγε πόσο ταυτίζονται και πόσο διαφέρουν οι έννοιες «αποικιοκρατία» & «ιμπεριαλισμός» ; Και εάν η πρώτη έννοια είναι λίγο-πολύ συμφωνημένη σε ό,τι αφορά το περιεχόμενό της (βεβαίως όχι απόλυτα σωστά, γιατί υπάρχουν πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους φάσεις της αποικιοκρατίας με διαφορετικά χαρακτηριστικά η καθεμία), η δεύτερη εξακολουθεί και σήμερα να γεννάει πολλά θεωρητικά και πολιτικά ερωτήματα. Όπως επισημαίνει και ο συγγραφέας, παρότι η πατρότητα του όρου αποδίδεται στον Βρετανό οικονομολόγο Χόμπσον (1902), στη διάρκεια του 20ου αιώνα έχουν κυριαρχήσει οι μαρξιστικές θεωρίες ανάλυσης του φαινομένου. Και σας θυμίζω ότι οι της μαρξιστικής παιδείας μετέχοντες μάθαμε παιδιόθεν ότι «ο ιμπεριαλισμός είναι το ανώτερο στάδιο του καπιταλισμού». Προσπερνάω το σχόλιο ότι κατά τον Λένιν σε αυτό το ανώτερο στάδιο ο καπιταλισμός σαπίζει γρήγορα, γιατί μάλλον αποδείχτηκε «όχι και τόσο γρήγορα», για να διατυπώσω κάποια άμεσα ερωτήματα, στα οποία αναφέρεται σύντομα και ο Φλιτούρης. Υπάρχει άραγε ιμπεριαλισμός και πριν από το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού ή ακόμα και πριν από τον καπιταλισμό ; ΄Η μήπως η χρονολόγηση του καπιταλισμού ως συνδεδεμένου με τη βιομηχανική επανάσταση, το εθνικό κράτος και την επιθετική αποικιοκρατία του 19ου αιώνα είναι εσφαλμένη, όπως υποστηρίζουν οι Μηλιός – Σωτηρόπουλος στο επίσης πρόσφατο βιβλίο τους «Ιμπεριαλισμός, χρηματοπιστωτικές αγορές, κρίση» ;  Μπορεί να υπάρξει θεωρία του ιμπεριαλισμού γενικά, η οποία να υπερβαίνει τα όρια της παραδοσιακής μαρξιστικής του πρόσληψης ; Ποιά είναι η σχέση του Ι. όχι μόνο με την αποικιοκρατία αλλά και με άλλες νεώτερες έννοιες, όπως για παράδειγμα αυτή της «αυτοκρατορίας», που έχουν εισηγηθεί οι Χαρντ και Νέγκρι ;
  Για να μην επεκταθούμε όμως στη θεωρητική συζήτηση, θα περιοριστώ λοιπόν να εκθέσω το εννοιολογικό πλαίσιο, που δέχεται ο συγγραφέας, ότι δηλαδή, παρά τα διαφορετικά χαρακτηριστικά, είναι δυνατή η ενιαία εξέταση της ιμπεριαλιστικής επέκτασης και έξω από τα αυστηρά χρονικά όρια του «κλασσικού» ιμπεριαλισμού, από τα μέσα του 19ου αιώνα. Όπως ο ίδιος γράφει «Η παράθεση των κινήτρων άσκησης ιμπεριαλιστικών πολιτικών ανά περίοδο φανερώνει σημαντικές και δομικές ομοιότητες». Παρ’ όλα αυτά βλέπετε ότι δυσκολευόμαστε όλοι να ονομάσουμε «ιμπεριαλιστικές» τις εκστρατείες των Ισπανών κονκισταδόρες. Βλέπετε ότι το γλωσσικό μας αίσθημα αντιστέκεται και αυτό δικαιολογεί την παράλληλη χρήση των όρων και από τον Φλιτούρη και από άλλους πολλούς. Από την άλλη πλευρά βεβαίως έχουμε την εμφάνιση νέων όρων, όπως «αποικία χρέους» κλπ.
  Ας έχουμε πάντως υπόψη ότι τη θεωρία δεν πρόκειται να την αποφύγουμε. Ήδη το να επισκοπήσουμε όλα τα στάδια της αποικιακής-ιμπεριαλιστικής εξάπλωσης και υποχώρησης μας βάζει μπροστά σε μια σειρά από σύνθετα θεωρητικά αλλά και πολιτικά ζητήματα, που απαιτούν μεγάλη σοβαρότητα και εμβρίθεια.
  Η εξέταση του αποικιακού φαινομένου, που φέτος συμπληρώνει ακριβώς 6 αιώνες, αν δεχτούμε βεβαίως την άποψη του συγγραφέα, που ορίζει ως γενέθλια πράξη της νεώτερης ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας την κατάληψη της Θέουτα στη μαροκινή ακτή, απέναντι από το Γιβραλτάρ, από τους Πορτογάλους το 1415 (είναι ενδιαφέρον ότι η Θέουτα εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι ισπανικό, δηλ. υπό μία έννοια αποικιοκρατούμενο, έδαφος και μάλιστα έχει κατασκευαστεί και εκεί φράχτης προκειμένου να εμποδίσει την είσοδο μεταναστών και προσφύγων στο ισπανικό έδαφος – βλέπετε την ειρωνεία της Ιστορίας, οι ροές των ανθρώπων έχουν αντίστροφη πορεία στις μέρες μας) χωρίζεται σε ορισμένες μεγάλες, όχι μόνο χρονικές αλλά και εννοιολογικές, ενότητες :
 - τις μεγάλες αποικιακές αυτοκρατορίες του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα, αρχικά των Ισπανών και των Πορτογάλων και στη συνέχεια των Βρετανών, των Γάλλων και των Ολλανδών με κατεύθυνση κυρίως την αμερικανική ήπειρο και βασικά χαρακτηριστικά την προμήθεια κεφαλαίων, κατά βάση από τους πολύτιμους λίθους και το δουλεμπόριο, και την επιδίωξη της εμπορικής κυριαρχίας
 -  το πρώτο κύμα αποαποικιοποίησης στην αμερικανική ήπειρο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα με υπόδειγμα την αμερικανική επανάσταση και υποκείμενα τους πρώην λευκούς αποίκους (ο Φλιτούρης σχολιάζει αυτή την πρώτη απο-αποικιοποίηση ως «οικογενειακή υπόθεση»)
 - την αποικιακή φρενίτιδα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα και προς την Ασία αλλά κυρίως προς την Αφρική με δεσπόζοντα το ρόλο της Βρετανίας και με μια σειρά ευρωπαίων πρωταγωνιστών πρώτης και δεύτερης γραμμής, όπου αναδεικνύεται ο στόχος όχι μόνο της προμήθειας πρώτων υλών και εργατικών χεριών αλλά και του ανοίγματος νέων καταναλωτικών αγορών για την απορρόφηση των προϊόντων της μητρόπολης και ακόμα η συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων μέσα από το σχήμα των «αποικιακών εταιριών» 
 - την ανάδειξη νέων παιχτών, εκτός Ευρώπης, στο αποικιακό παιγνίδι, όπως οι ΗΠΑ με τη λεγόμενη «διπλωματία του δολλαρίου» αλλά και με τη δύναμη των όπλων, η Ιαπωνία αλλά και η τσαρική Ρωσία με την ιδιόμορφη επέκτασή της στην Ασία, και στην έρημη Σιβηρία αλλά και στο Τουρκεστάν, τη μουσουλμανική δηλ. Κεντρική Ασία)
 - τη χρονικά περιορισμένη ανανέωση της αποικιοκρατίας μετά από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με το σύστημα των εντολών, στο οποίο σπεύδουν να συμμετάσχουν ακόμα και πρώην βρετανικές αποικίες (π.χ. η Νότια Αφρική)
 - την κρίση της αποικιοκρατίας με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη ραγδαία διαδικασία της αποαποικιοποίησης σε Ασία, Ωκεανία και κυρίως Αφρική με ορόσημα από τη σκοπιά των διεθνών σχέσεων τη διάσκεψη της Μπαντούγκ, στην πρώην ολλανδική Ινδονησία, το 1955, την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ το 1960 και την Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη της Αβάνας το 1966 (για να αντιληφθούμε το μέγεθος της αλλαγής του παγκόσμιου χάρτη αρκεί να αναφέρουμε ότι από 10 αποικιακές αυτοκρατορίες έχουν αναδυθεί περί τα 120 ανεξάρτητα κράτη). Σημαντικός εδώ είναι ο ρόλος των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και των επαναστάσεων (ως πιο σημαντικές ας αναφέρουμε το κίνημα των Βιετμίνχ στη γαλλική Ινδοκίνα, τη «μη βίαιη» ανυπακοή του Γκάντι στην Ινδία, την Αλγερινή Επανάσταση καθώς και τα κινήματα στην Κένυα και το βελγικό Κογκό), όπως σημαντική είναι η επιρροή διεθνών ιδεολογικών ρευμάτων, όπως ο παναφρικανισμός, ο παναραβισμός, ο γκεβαρισμός, από την κληρονομιά του Τσε Γκεβάρα κλπ.
 - Και ας προσθέσουμε τη σημερινή περίοδο, όπου, χωρίς φυσικά να απουσιάζουν και τα στρατιωτικά μέσα, όχι μόνο από τις μεγάλες δυνάμεις αλλά μερικές φορές και από πρώην αποικίες, η αποικιοκρατία αναβιώνει κυρίως με οικονομικές μεθόδους, η εξάρτηση διαιωνίζεται μέσα από τον προσεταιρισμό των κυρίαρχων ελίτ των πρώην αποικιών και η κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων θεσμών και πολιτικών και των πολυεθνικών εταιριών δημιουργεί και αναπαράγει τις συνθήκες ανισότητας και εκμετάλλευσης. Ξέρουμε όλοι πόσο έχουν διακριθεί οι ΗΠΑ και οι αμερικάνικες πολυεθνικές σ’ αυτό τον τομέα, ασφαλώς δεν είναι οι μόνες και ας μη μας διαφεύγει ο ειδικός ρόλος της Κίνας την τελευταία δεκαετία.
  Σ’ αυτούς τους 6 αιώνες αποικιοκρατίας η μορφή του κόσμου άλλαξε ριζικά. Για τους αυτόχθονες πληθυσμούς των αποικιών αυτό σήμαινε φυσικά βάσανα και αίμα, φτώχεια και πολιτιστική καταστροφή, αλλά και γνώση και επικοινωνία με τις ιδεολογίες της κοινωνικής χειραφέτησης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που οι συντηρητικές θεωρίες για την αποικιοκρατία, αυτές που αναδεικνύουν «θετικές» πτυχές, όπως οι βελτίωση των συνθηκών υγιεινής, η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού κλπ. επιστρέφουν στις μέρες μας με τις ευλογίες ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Και οι μητροπόλεις όμως αλλάζουν ριζικά. Η ανάπτυξη της ανθρώπινης γνώσης, οι νέες επιστήμες, με πρώτη τη Γεωγραφία, τα νέα μέσα συγκοινωνίας, τα πνευματικά και καλλιτεχνικά κινήματα, οι συλλογικές νοοτροπίες και οι μόδες διαμορφώνονται από την επαφή με τον «άλλο». 
  Έχει άραγε νόημα να μαθαίνουμε και να μελετάμε αυτή την ιστορία ; Μπορεί με άλλα λόγια η κληρονομιά της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού να εξηγήσει τη σημερινή διεθνή κατάσταση, τις στρατιωτικές και οικονομικές συγκρούσεις, τα προσφυγικά ρεύματα κλπ. Θα συνεισφέρω στη συζήτηση με 4 παραδείγματα, που σχετίζονται και τα 4 με τη μεγαλύτερη ζώνη αστάθειας στον πλανήτη, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία αλλά και μ’ ένα μεγάλο παράγοντα αστάθειας το ριζοσπαστικό Ισλάμ.
 - Για το πρώτο παράδειγμα θα αξιοποιήσω την οπτική του Ε. Σαϊντ, τον οποίο και ήδη μνημόνευσα. Θα προσθέσω ότι έζησε όλη του τη ζωή εξόριστος, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και ως αμερικανός πολίτης υπήρξε ο μεγαλύτερος εχθρός της ιμπεριαλιστικής τους πολιτικής, δεν υπήρξε όμως ποτέ αντι-δυτικός και μάλιστα συγκρούστηκε και με το κατεστημένο του αραβικού κόσμου. Όπως ο ίδιος το έθετε «μαχόταν υπέρ μιάς ανεξάρτητης Παλαιστίνης, ώστε να αναλάβει επιτέλους το ρόλο του ως διανοούμενος, το ρόλο του κριτικού απέναντι στο έθνος – κράτος». Θα  επικαλεστώ λοιπόν μια συνομιλία του Σαϊντ με τον Ταρίκ Αλή, ένα μαρξιστή (τροτσκιστή για την ακρίβεια) ακτιβιστή και διανοούμενο με πακιστανική καταγωγή, όπως ο τελευταίος την παραθέτει στη νεκρολογία του για τον Σαϊντ (δημοσιεύθηκε το 2003 στο New Left Review). Σ’ αυτή λοιπόν τη συνομιλία υποστηρίζει ο Αλή ότι το 1917 είναι η χρονιά - ορόσημο του 20ου αιώνα, εννοώντας βεβαίως λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης. Συμφωνώ, απαντάει ο Σαϊντ, αλλά για διαφορετικό λόγο, τη διακήρυξη του Μπάλφουρ, με την οποία διατυπώθηκε για πρώτη φορά η υπόσχεση για ίδρυση εβραϊκού κράτους. Με όλες τις τελευταίες εξελίξεις δεν είμαι σίγουρος ούτε για την τελική γνώμη του Ταρίκ Αλή.
 - Το δεύτερο παράδειγμα σχετίζεται με τις σημερινές συγκρούσεις στο Ιράκ και τη Συρία, οι οποίες ασφαλώς εντάθηκαν με τις ιμπεριαλιστικές «σταυροφορίες» των Μπους πατρός και υιού αλλά προϋπήρχαν ως προβλήματα και σίγουρα εξακολουθούν να υπάρχουν και έχουν πάρει νέα μορφή μετά από την απαγκίστρωση των αμερικανικών δυνάμεων. Αναρωτιόμαστε όλοι, γιατί τα κράτη της Μέσης Ανατολής να έχουν ετερογενείς πληθυσμούς, γιατί να υπάρχουν και Σουνίτες και Σιϊτες και Κούρδοι και στο Ιράκ και στη Συρία, γιατί να μην είναι πιο ομοιογενή και με λιγότερες συγκρούσεις, γιατί τέλος να μην υπάρχει ανεξάρτητο κουρδικό κράτος. Η απάντηση στα ερωτήματα βρίσκεται στα σύνορα, που χάραξε ο ιμπεριαλισμός μετά από το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.  Η γραμμή Σάϊκς – Πικώ από τα ονόματα των Υπουργών Εξωτερικών της Βρετανίας και της Γαλλίας μοίρασε τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και έδωσε στη Συρία καθεστώς γαλλικής εντολής και στο Ιράκ βρετανικής. Εκεί βρίσκεται η ρίζα των σημερινών συγκρούσεων, εκεί βρίσκεται η αιτία της δημοτικότητας του ISIS στους σουνιτικούς πληθυσμούς.
 - Ακόμα πιο εμφατικό είναι το τρίτο παράδειγμα, μιάς και οι τρομοκρατικές επιθέσεις του ISIS στο Παρίσι αλλά και στη Βηρυττό (γι’ αυτές τις τελευταίες βεβαίως δεν καταναλώνεται και πολλή δημοσιότητα) ρίχνουν βαρειά σκιά στη διεθνή ατμόσφαιρα και δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τον αποτροπιασμό μας για το υβρίδιο του ισλαμικού φασισμού. Τι είναι όμως ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός αν όχι μια κληρονομιά του ιμπεριαλισμού, παλιότερου και σημερινού ; Προσωπικά δεν ασπάζομαι τη συνωμοτική θεωρία ότι ο ISIS εξοπλίστηκε από τη CIA, αντίθετα οι ΗΠΑ υποστήριξαν άλλες οργανώσεις της συριακής αντιπολίτευσης.  Όμως δεν είναι δυνατό να αγνοήσουμε ότι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός αντλεί την έμπνευσή του από την κριτική στο δυτικό ιμπεριαλισμό ενώ οι μαχητές του είναι κατά κύριο λόγο μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς μεγαλωμένοι είτε στις αποικιακές μητροπόλεις είτε στα σοβιετικά κρατίδια. Πόσο μπορεί να αποτελέσει λύση η στρατιωτικοποίηση των δυτικών κοινωνιών ή το κλείσιμο των συνόρων στους πρόσφυγες, που εξήγγειλε σήμερα ο Ολάντ ; Πόσο ο δυτικός και ο ισλαμικός φασισμός έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον  ;
  Ανοίγω στο σημείο αυτό μια παρένθεση με δύο σκέλη : το πρώτο αφορά την πιθανή σχέση των τρομοκρατικών επιθέσεων με τις στρατιωτικές εξελίξεις και συγκεκριμένα την κατάληψη της πόλης Σιντζάρ από τους Κούρδους μαχητές Πεσμεργκά. Πρόκειται για μια σημαντική στρατιωτική ήττα του ISIS, ίσως την πιο σημαντική από την εμφάνισή του, καθώς το Σιντζάρ βρίσκεται πάνω στον άξονα ανεφοδιασμού του, στη γραμμή Ράκκα – Μοσούλη. Αυτό σημαίνει ότι οι δυνάμεις του ISIS στη Συρία δεν μπορούν να επικοινωνήσουν εύκολα με εκείνες στο Ιράκ και ότι το μέτωπό του διασπάται. Είναι πολύ πιθανό η χρονική επιλογή των χτυπημάτων να μην είναι άσχετη με τις εξελίξεις στο πεδίο της μάχης. Στο δεύτερο σκέλος παραθέσω την ανακοίνωση του γαλλικού κόμματος της Ευρωπαϊκής Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (NPA) εναντίον των βομβαρδισμών, που σχεδιάζει η Κυβέρνηση Ολάντ : «Οι βομβαρδισμοί αυτοί που υποτίθεται ότι στοχεύουν το Ισλαμικό Κράτος, τους τζιχαντιστές τρομοκράτες, στην πραγματικότητα, και με την παρέμβαση των ρωσικών βομβαρδισμών, προστατεύουν το καθεστώς του κύριου υπαίτιου για το μαρτύριο του λαού της Συρίας, του δικτάτορα Άσαντ». Για να προσέξουμε λίγο ! Για την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής Αριστεράς το καθεστώς Άσαντ είναι στο αντι-ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και ο ISIS όργανο των ιμπεριαλιστών. Μήπως κάτι δεν πάει καλά με την ελληνική Αριστερά ;
 - Και μια και αρχίσαμε με την Αριστερά, το τελευταίο παράδειγμα αναφέρεται βεβαίως την Κεντρική Ασία και τον Καύκασο, δεν περιορίζεται όμως μόνον εκεί. Αφορά την αποικιακή κληρονομιά της Σοβιετικής Ένωσης. Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να επισημάνει ότι, παρά την θετική επίδραση των αρχών του μαρξισμού στην εμφάνιση και ωρίμανση των εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων στις αποικίες, από τη δεκαετία του 1960 έχει αρχίσει να εκδηλώνεται η εμφάνιση του σοβιετικού ιμπεριαλισμού με κορυφαία – και μοιραία – εκδήλωσή του την εισβολή στο Αφγανιστάν (ας θυμηθούμε ότι τη δεκαετία του ’70 γινόταν κακός χαμός στα ελληνικά πανεπιστήμια για την έννοια του «σοσιαλιμπεριαλισμού» και η σφοδρή σύγκρουση μεταξύ της ΚΝΕ και των μαοϊκών οργανώσεων αφορούσε κυρίως τις διεθνείς εξελίξεις και δευτερευόντως τις ελληνικές). Ωστόσο θεωρώ ότι και πριν από το 1960, παρά την ευφυή προσέγγιση του Λένιν «όποιος λαός θέλει μπορεί να αποχωρήσει από τη Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία» (η γνωστή διαφορά μεταξύ καταπιεσμένου και κυρίαρχου εθνικισμού – δέστε πως συνομιλεί ο Σαϊντ με αυτή την άποψη) και παρά τις διακηρύξεις του Συνεδρίου των λαών της Ανατολής το 1920 στο Μπακού, η αντιμετώπιση της τσαρικής εδαφικής κληρονομιάς από τον σταλινισμό έχει έντονα στοιχεία αποικιακής διαχείρισης. Από την οπτική γωνία του αποικιακού φαινομένου η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης είναι η κατάρρευση της τελευταίας αποικιακής αυτοκρατορίας στον κόσμο και γι’ αυτό θεωρώ προοπτικά ατελέσφορη την προσπάθεια του Πούτιν να την επανασυστήσει, όπως εξάλλου απέτυχε και η προσπάθεια της Βρετανίας να ανανεώσει την αποικιακή αυτοκρατορία της μέσα από το σχήμα της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
  Το τελευταίο κεφάλαιο της παρουσίασής μου αφορά τη σύνδεση του ελληνικού χώρου με το ιμπεριαλιστικό φαινόμενο. Ήδη στον πρόλογο ο συγγραφέας επισημαίνει δύο παραμέτρους α) ότι ο ελληνικός χώρος υπήρξε πεδίο ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών επιδιώξεων άλλων δυνάμεων (ας θυμηθούμε την αγγλική - και όχι μόνο – παρουσία στα Επτάνησα, την ιταλική στα Δωδεκάνησα, και ακόμα καλύτερα το ρόλο του αμερικανικού παράγοντα στη νεώτερη ελληνική ιστορία) β) ότι το ζήτημα εάν η Ελλάδα υπήρξε ιμπεριαλιστική και αποικιακή δύναμη είναι διαφιλονικούμενο. 
  Επ’ αυτού του τελευταίου η άποψή μου είναι ότι ο Βενιζέλος και η ελληνική αστική τάξη διεκδίκησε ένα ρόλο και μάλιστα για να τον κατοχυρώσει δεν δίστασε να συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας εναντίον των μπολσεβίκων.
 Ας παρακολουθήσουμε λίγο τη χρονική ακολουθία των γεγονότων : 
 - Φεβρουάριος 1919 συμμετοχή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην εκστρατεία στην Ουκρανία
 - Αύγουστος 1920 συνθήκη των Σεβρών, με την οποία η Ελλάδα παίρνει εντολή στη ζώνη της Σμύρνης και δεν περιορίζεται μόνον εκεί
 - Σεπτέμβριος 1920 συνέδριο των λαών της Ανατολής στο Μπακού υπό την καθοδήγηση των μπολσεβίκων και υποστήριξη του «αντιαποικιακού αγώνα» σε όλη την Ασία, της Τουρκίας συμπεριλαμβανόμενης
  Ας έχουμε λοιπόν υπόψη την οπτική όχι μόνο των Τούρκων, όχι μόνο των Μπολσεβίκων αλλά ολόκληρης της Αριστεράς της εποχής για τη Μικρασιατική εκστρατεία.
  Άφησα τελευταίο το Κυπριακό, που στην πρώτη του φάση είναι ένα κλασικό παράδειγμα αντιαποικιακού αγώνα, ο οποίος διευκολύνθηκε από τις διεθνείς εξελίξεις, που οδήγησαν στην εγκατάλειψη του μεσογειακού δρόμου από τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Η Βρετανία χάνει την Ινδία το 1948, χάνει το Σουέζ το 1958 και δεν έχει ισχυρούς λόγους να διατηρήσει την παρουσία της και γι’ αυτό την ανεξαρτησία της Κύπρου το 1959 ακολουθεί η Μάλτα το 1964 και το Άντεν (Υεμένη) το 1967. Ωστόσο η ύπαρξη των δύο κοινοτήτων, όπως ακριβώς έγινε και στην Ινδία, δίνει πατήματα στην πρακτική του αποικιοκρατικού «διαίρει και βασίλευε», που βρίσκεται στη ρίζα των κατοπινών προβλημάτων, τα οποία βεβαίως τονίζονται και από τον ανταγωνισμό των «μητέρων πατρίδων» και τον Ψυχρό Πόλεμο.

Γιάννενα, 14-11-2015
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Όχι πιά στ' όνομά μας

   Η πολιτική μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ εκτός του χώρου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς κατά τη διάρκεια της ανάληψης και άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας είναι μια σταδιακή διαδικασία με πολλούς ενδιάμεσους σταθμούς και ασφαλώς όχι χωρίς αντιστάσεις. Ωστόσο η ψήφιση του Μνημονίου 3 από μια Κυβέρνηση, η οποία διεκδίκησε τον χαρακτηρισμό «πρώτη φορά Αριστερά», αποτελεί σημείο καμπής και τομής για τη διάψευση αυτού του χαρακτηρισμού.
 
  Μια κυβέρνηση, που υλοποιεί τον στραγγαλισμό των εισοδημάτων και της διαπραγματευτικής δύναμης της εργατικής τάξης και της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας, τις ιδιωτικοποιήσεις και την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, την εκποίηση του φυσικού πλούτου και την εμπορευματοποίηση του περιβάλλοντος, τη συνέχιση δηλαδή των μνημονιακών πολιτικών, είναι, αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τη ρητορική της αλλά ακόμα και από τις προθέσεις ορισμένων μελών της, μια κυβέρνηση στην υπηρεσία του κεφαλαίου.
  Αυτή η μείζων πολιτική στροφή έχει συνοδευτεί από την παραβίαση της δημοκρατικής λειτουργίας του κόμματος και από τον σχεδιασμό και την εξαγγελία αποφάσεων από ένα στενό επιτελείο ερήμην των αρμόδιων κομματικών οργάνων και των Οργανώσεων. Επιλέγοντας η ηγετική ομάδα του κόμματος τις αιφνιδιαστικές εκλογές ως μέσο «νομιμοποίησης», ακυρώνει ακόμη και τις συνεδριακές διαδικασίες (Έκτακτο Συνέδριο αντί Διαρκούς), τις οποίες υποτίθεται ότι η ίδια πρότεινε. Από την άποψη αυτή η άλλη μεγάλη ακύρωση αφορά στον χαρακτηρισμό «ΣΥΡΙΖΑ των μελών». Επισημαίνουμε ακόμη ότι το ίδιο τραυματικό έλλειμμα δημοκρατικής κομματικής λειτουργίας παρατηρείται και στα Γιάννενα.
  Επειδή παραμένουμε πιστοί στις αρχές, τις συνεδριακές θέσεις, το πρόγραμμα και την αγωνιστική διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ, αρνούμαστε να υποστηρίξουμε τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ στη μνημονιακή του μετάλλαξη, στην οποία τον οδηγεί η ηγετική του ομάδα. Δηλώνουμε ότι αποχωρούμε από τις Οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ στο νομό Ιωαννίνων και εκφράζουμε την διαθεσιμότητά μας για την οργάνωση των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων απέναντι στις ταξικές πολιτικές των μνημονίων και τη δικαίωση του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα.
Γιάννενα, 26 Αυγούστου 2015
1. Βαγγέλης Γαλάνης
2. Γιώργος Γιαννώρος, ΝΕ Ιωαννίνων
3. Νίκος Γκαϊντές
4. Πέτρος Γοδέβενος, ΝΕ Ιωαννίνων
5. Κώστας Δημητρίου
6. Άρης Ζαρίμπας
7. Λάζαρος Ζαχαράκης
8. Βασίλης Κίτσιος
9. Αλέκα Μαντζούτσου
10. Άλεξ Μπέγκα
11. Αποστόλης Μπιδέρης
12. Χρήστος Μπουκουβάλας
13. Καλλίνικος Νικολακόπουλος
14. Θάνος Οικονομίδης
15. Στέφανος Πανταζής
16. Γιάννης Παπαδημητρίου, Γραμματεία Τμ. Περιβάλλοντος ΚΕ
17. Μπάμπης Τουφίδης, Γραμματεία ΝΕ Ιωαννίνων
18. Γιώργος Φλώρος
19. Βάσω Φλώρου, Γραμματεία ΝΕ Ιωαννίνων

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Αναζητώντας τις ιστορικές αναλογίες

 

Αφίσα της Ουγγρικής Δημοκρατίας
των σοβιέτ (1919)
        Οι δραματικές πολιτικές εξελίξεις του τελευταίου μήνα έχουν οδηγήσει σε μια εργώδη αναζήτηση ιστορικών αναλογιών. Και αν το κυρίαρχο δίλημμα της συζήτησης είναι η επιλογή μεταξύ «Μπρεστ - Λιτόφσκ» και «Βάρκιζας», δεν έχουν λείψει οι αναφορές στη σφαγή της Μήλου ακόμα και στο σύμφωνο Ρίμεντροπ – Μολότοφ – στο τελευταίο κατά τη γνώμη μου άστοχα, γιατί επρόκειτο για μια αμοιβαία επωφελή συμφωνία. Η δική μου προτίμηση, πάντα με την υπόμνηση ότι την ιστορία τη διαβάζει κανένας ανάλογα με την οπτική γωνία και τις προτεραιότητές του, είναι η σύγκριση με την Ουγγρική Δημοκρατία των συμβουλίων (σοβιέτ).
Στην ηττημένη Ουγγαρία του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου η συνειδητοποίηση του επικείμενου διαμελισμού της από τους νικητές των Βερσαλλιών, παρά τα 14 σημεία του Προέδρου Ουίλσον και τις διακηρύξεις για χάραξη συνόρων στη βάση της «αρχής των εθνοτήτων», προκάλεσε αναβρασμό, πτώση της κυβέρνησης και τον σχηματισμό στις 21 Μαρτίου 1919 μιάς νέας, Κομμουνιστών – Σοσιαλδημοκρατών, με κεντρική φιγούρα τον κομμουνιστή Μπέλα Κουν, αν και δεν ανέλαβε ο ίδιος την πρωθυπουργία αλλά το υπουργείο εξωτερικών. Η κυβέρνηση, γνωστή και ως Δημοκρατία των Συμβουλίων, και μέτρα κοινωνικοποίησης εργοστασίων και διανομής της γης πήρε και νόμισμα έκοψε και φόρους στον πληθυσμό δεν επέβαλε. Παρ’ όλα αυτά υπέκυψε στην στρατιωτική πίεση των γειτόνων της, κυρίως της Ρουμανίας, και άντεξε μόλις 139 μέρες μέχρι την κατάληψη της Βουδαπέστης.
Ο Μπέλα Κουν είχε επεξεργαστεί και plan A, την επίκληση των αρχών του Ουίλσον και τον καθησυχασμό των ηγετών της Ειρηνευτικής Συνδιάσκεψης του Παρισιού, οι οποίοι βεβαίως τον αγνόησαν πλήρως, αλλά και plan Β, την στρατιωτική εισβολή των Μπολσεβίκων από τα ανατολικά στη Ρουμανία, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν, κάτω από το βάρος των δικών τους προβλημάτων, να την υλοποιήσουν.  Η Ουγγαρία διαμελίστηκε με τη συνθήκη του Τριανόν, χάνοντας το 1/3 των καθαρά μαγυάρικων πληθυσμών της, ενώ ο Μπέλα Κουν κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση, δραστηριοποιήθηκε στην Κομιντέρν και εκτελέσθηκε το 1938 στη διάρκεια των σταλινικών εκκαθαρίσεων, αφού πρόλαβε να φιλοξενηθεί και ένα χρόνο στο Γκουλάγκ.
Ποια είναι στ’ αλήθεια η κληρονομιά της Δημοκρατίας των σοβιέτ ;
α) Από τη σκοπιά των ουγγρικών εθνικών συμφερόντων το αποτέλεσμα ήταν σαφώς δυσμενέστερο του αρχικού, κυρίως επειδή η απληστία των νέων γειτόνων και κυρίως του παλιότερου, της Ρουμανίας, υποδαυλισμένη από τη Γαλλία, προχώρησε πέραν της αρχικά προβλεπόμενης γραμμής ανακωχής και βεβαίως νομιμοποιήθηκε εύκολα στην Ειρηνευτική Συνδιάσκεψη του Παρισιού έναντι ενός διεθνώς στοχοποιημένου αντιπάλου. Στη συνέχεια η Γαλλία ενθάρρυνε τον σχηματισμό της «μικρής Αντάντ» (Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία), η Ουγγαρία προσχώρησε στο αναθεωρητικό στρατόπεδο του Χίτλερ, ο οποίος της επέστρεψε, και με το παραπάνω, τα κατοικούμενα από ουγγρικούς πληθυσμούς εδάφη, αλλά στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου  βρέθηκε ξανά στην πλευρά των ηττημένων και δεν μπόρεσε να επωφεληθεί ούτε από τη μερική διόρθωση των εθνολογικών αδικιών των Βερσαλλιών εντός του σοσιαλιστικού στρατοπέδου (όταν π.χ. ο Στάλιν επέστρεψε τη Δοβρουτσά στη Βουλγαρία). Οι πολυπληθείς ουγγρικές μειονότητες στις γειτονικές χώρες εξακολουθούν να είναι ένα μεγάλο πρόβλημα στην καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης και όσοι πιστεύουν ότι το διεθνές πλαίσιο έχει αντιμετωπίσει οριστικά το πρόβλημα των δικαιωμάτων τους και της ομαλής συνύπαρξης, ας καταδεχτούν να ρίξουν μια ματιά στα επεισόδια στη διάρκεια των διεθνών ποδοσφαιρικών αγώνων.
β) Από τη σκοπιά των άμεσων πολιτικών εξελίξεων, μετά από την ήττα της σοβιετικής δημοκρατίας στην Ουγγαρία επικράτησε το ημιφασιστικό καθεστώς της αντιβασιλείας του Χόρτυ, που κυνήγησε απηνώς κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες και Εβραίους ενώ αργότερα έπεσε στην αγκαλιά του Χίτλερ.
γ) Από τη σκοπιά βεβαίως της σοσιαλιστικής προοπτικής, η Δημοκρατία των Συμβουλίων χαρακτηρίστηκε από μεγάλη κινητοποίηση του λαού, προοδευτικά μέτρα (χωρισμός κράτους – εκκλησίας κλπ.) και δημιουργικότητα, λειτούργησε σαν υπόδειγμα για δεκαετίες και θα τολμούσα να πω ότι επηρέασε ακόμα και την ουγγρική επανάσταση του 1956.
Οι αναλογίες της ουγγρικής Δημοκρατίας των σοβιέτ με τη σημερινή ελληνική κατάσταση ανιχνεύονται, πάντα κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο στο πολιτικό επίδικο και τα αποτελέσματα αλλά και στη διαδικασία (λ.χ. η διαρκής, συνεχιζόμενη ακόμα και σήμερα, επιδείνωση των όρων της «συμφωνίας» μετά από το δημοψήφισμα), κυρίως όμως σ’ αυτή τη ραγδαία εναλλαγή από την ασφυξία στην αγωνιστική ανάταση και από κει στην ήττα.
Προσωπικά, παρά τη συγκλονιστική κινητοποίηση του κόσμου των «από κάτω» στο δημοψήφισμα και τη μεγάλη πανευρωπαϊκή συμπαράσταση στο ελληνικό «Όχι», δυσκολεύομαι να διαβάσω το δημοψήφισμα και τη διαχείρισή του ως δύο διακριτές και αντίθετες μεταξύ τους διαδικασίες («νίκη του λαού» το πρώτο, «προδοσία η δεύτερη) και όχι ως μια ενιαία, που όχι μόνο έσφαλε στην εκτίμηση του διεθνούς συσχετισμού των δυνάμεων, κυρίως στο ζήτημα της τραπεζικής ρευστότητας, αλλά και τροποποίησε δυσμενέστατα τον εσωτερικό συσχετισμό σε βάρος των αριστερών ιδεών και της αριστερής πολιτικής στο σύνολό της. Το πιο απτό αποτέλεσμα είναι βεβαίως η πολιτική μετατόπιση της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ και του Προέδρου του αλλά ας μη μας διαφεύγουν ούτε το δημόσιο λυντσάρισμα των διαφωνούντων στελεχών ούτε η, μερική έστω, νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής ως «αντιστασιακής» και «αντισυστημικής» δύναμης και του Ποταμιού ως «σοβαρής» ούτε κυρίως η υποχώρηση κρίσιμων αξόνων της ατζέντας της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Είναι βεβαίως πρόωρη η πολιτική αποτίμηση αυτού του δραματικού μήνα Ιούλη και ασφαλώς ριψοκίνδυνη η αμφισβήτηση, «από τα αριστερά», του δημοψηφίσματος, στη μάχη του οποίου πολλοί και πολλές δώσαμε τον καλύτερο εαυτό μας. Οφείλουμε όμως, και στους εαυτούς μας και στους συντρόφους μας, τη μέγιστη δυνατή ειλικρίνεια και γενναιότητα.  
Ως κατακλείδα, ένας υποθετικός λόγος τρίτου είδους. Αν οι Μπολσεβίκοι είχαν εκπληρώσει την υπόσχεσή τους στον Μπέλα Κουν να επιτεθούν στη Ρουμανία, τα πράγματα ίσως να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση συμμάχων και αντιπάλων έχει πάντα τη μεγαλύτερη σημασία.

 

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015


Η αναστήλωση της γέφυρας της Πλάκας πρόκληση και ευκαιρία για τα Τζουμέρκα


Σκαρίφημα του Μ. Κορρέ για την παλιά ζημιά
στη γέφυρα (περιστροφή αξόνων κλπ.) λόγω
της ανατίναξης από τα ναζιστικά στρατεύματα

   Εκπροσωπώντας τον Σύλλογο Προστασίας Αράχθου, παρακολούθησα πρόσφατα την παρουσίαση των προμελετών του Πολυτεχνείου για την αναστήλωση της γέφυρας της Πλάκας όσο πιο πιστά στην αυθεντική της μορφή είναι δυνατό. Πρόκειται αναμφίβολα για μια σπουδαία συμβολή, καθώς στην εκπόνηση των μελετών ούτε λίγο ούτε πολύ ενεπλάκησαν, με επικεφαλής τον ακούραστο Μανώλη Κορρέ, 26 καθηγητές του Ιδρύματος και 40 άμεσοι συνεργάτες τους, πράγμα που από μόνο του αποτελεί γεγονός για τα δεδομένα της επιστημονικής συνεργασίας στη χώρα. Όπως ειπώθηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίασης στην αίθουσα της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας, εύστοχα όσο και χαριτωμένα, τόσοι πολλοί πανεπιστημιακοί δεν είχαν εμπλακεί ούτε στην κατασκευή της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου ! Υπογραμμίζω ακόμη την απόφαση του επιστημονικού προσωπικού του ΕΜΠ να μην εμπλακεί με έμμισθη σχέση στη διαδικασία της αναστήλωσης αλλά να βρίσκεται διαρκώς στη διάθεση αυτών που θα την αναλάβουν.

  Είναι νομίζω το ενδεικτικότερο παράδειγμα της φιλοτιμίας και της συγκίνησης, που προκάλεσε η κατάρρευση της γέφυρας. Στην ίδια εκδήλωση παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα πανελλαδικής δημοσκόπησης, σύμφωνα με την οποία ούτε λίγο ούτε πολύ ένας στους πέντε συμπατριώτες μας γνωρίζει αρκετές λεπτομέρειες για τη γέφυρα ενώ το ποσοστό υπέρ της αναστήλωσής της ανέρχεται στο 84 % (το υπόλοιπο 16 % κατανέμεται μεταξύ αυτών, που δεν θεωρούν την αναστήλωση πρώτη προτεραιότητα με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα, και εκείνων, που πιστεύουν ότι το μνημείο πρέπει να παραμείνει καταστραμμένο για να θυμίζει την αδιαφορία του ελληνικού κράτους).

  Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα είναι λίγα. Και αν για το τεχνικό μέρος η εκδήλωση δημιούργησε βάσιμη αισιοδοξία, οφειλόμενη τόσο στα τεχνολογικά δεδομένα της εποχής μας και σε αντίστοιχα παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία (με πιο γνωστό ασφαλώς της γέφυρας του Μόσταρ στην Ερζεγοβίνη) όσο κυρίως στο αίσθημα εμπιστοσύνης, που εμπνέει το εύρος και η σοβαρότητα των μελετών, τα ζητήματα της ταχύτητας και της αξιοπιστίας της υλοποίησης εξακολουθούν να παραμένουν ζητούμενα. Η κινητοποίηση διαθέσιμων πόρων, η παράκαμψη γραφειοκρατικών εμποδίων και αδρανειών και η αξιοπιστία της διαχείρισης είναι ζητήματα ζωής και θανάτου για την διαφύλαξη και ενίσχυση αυτής της συγκίνησης, στην οποία προαναφέρθηκα.

  Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντική την συμμετοχή του Συλλόγου Προστασίας Αράχθου, ύστερα από πρόταση και επιμονή του Υπουργού Πολιτισμού και παρά την αρχική αρνητική αντίδραση του Περιφερειάρχη Ηπείρου, στο διαχειριστικό σχήμα της προγραμματικής σύμβασης. Όχι μόνο επειδή εκπροσωπεί ένα ενεργό και μάχιμο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας αλλά κυρίως επειδή υπενθυμίζει αξίες όπως η διαφάνεια, ο λαϊκός έλεγχος και η συμμετοχή.

  Για μας η γέφυρα της Πλάκας δεν είναι μόνο ο τόπος των παιδικών μας αναμνήσεων ή ένα σπουδαίο μνημείο της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Είναι ταυτόχρονα το σύμβολο ενός σκληρού αλλά τελικά νικηφόρου δεκάχρονου αγώνα, που δώσαμε και για τη σωτηρία και της γέφυρας και του πολιτιστικού τοπίου της Πλάκας αλλά και του ίδιου του Αράχθου από τα καταστροφικό μεγάλο υδροηλεκτρικό φράγμα του Αγίου Νικολάου. Η συμβολική αξία του γεφυριού μας ατσάλωσε σ’ αυτή τη μεγάλη μάχη, εκεί μαζευτήκαμε 1.500 άνθρωποι το καλοκαίρι του 2006 και συνεχίσαμε να μαζευόμαστε τα επόμενα χρόνια τα Φώτα ξορκίζοντας τους καλικάντζαρους των εταιριών.

  Γι’ αυτό και όλα τα επόμενα χρόνια δεν σιωπήσαμε μπροστά στην συνειδητή εγκατάλειψη της συντήρησης από τους «αρμόδιους», υπηρεσίες και πολιτικά πρόσωπα, γι’ αυτό και δεν «μασήσαμε τα λόγια μας» στον καταλογισμό των ευθυνών της κατάρρευσης. Για τον ίδιο λόγο όμως είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε το κομμάτι της ευθύνης, που μας αναλογεί, για την υπέρβαση των εμποδίων, τον συντονισμό της προσπάθειας και την κινητοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.

  Η διαδικασία της αναστήλωσης είναι μια μεγάλη πρόκληση, τεχνική, οικονομική, διοικητική αλλά και νοοτροπίας όχι μόνο για το κράτος αλλά και για την περιοχή των Τζουμέρκων, τους κατοίκους, την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους επαγγελματίες. Επιβάλλεται να σηματοδοτήσει μια ευρύτερη διαδικασία ανασύνταξης δυνάμεων, συλλογικής συνεργασίας και σοβαρότητας, που μπορεί να αλλάξει ριζικά προς το καλύτερο την εικόνα της ορεινής ιδιαίτερης πατρίδας μας.

  Η ορμητική είσοδος της Πλάκας στην επικαιρότητα δημιουργεί κατ’ αρχήν μια μεγάλη τουριστική ευκαιρία. Ας αναλογιστούμε μόνο πόσο από αυτό το 21 % του ελληνικού λαού οφείλει την καλή γνώση της γέφυρας της Πλάκας στην κινητοποίηση ενάντια στο φράγμα του Αγίου Νικολάου, πόσες εκδρομές την συμπεριέλαβαν στο πρόγραμμά τους, πόσα σχολεία την επισκέφθηκαν, πόσοι άνθρωποι ενδιαφέρθηκαν για την ιστορία της.

  Η περιπέτεια της αναστήλωσης μπορεί να δημιουργήσει νέες ομάδες ενδιαφερόμενων επισκεπτών, τη φορά αυτή και στο εξωτερικό. Η προσέλκυση των Πολυτεχνείων όλου του κόσμου αλλά και απλών ανθρώπων γίνεται ξαφνικά πιο εύκολη και, συνδυασμένη ασφαλώς με το απαράμιλλο τοπίο της χαράδρας του Αράχθου και των παραποτάμων του, τον μνημειακό πλούτο, την παράδοση και την ιστορική παρακαταθήκη της περιοχής, μπορεί να σηματοδοτήσει τη γέννηση ενός τουριστικού ρεύματος και μάλιστα σε μια εποχή, που και η Ήπειρος και τα Τζουμέρκα δείχνουν να υστερούν σε σχέση με τους πανελλαδικούς δείκτες αύξησης.

  Ας μη μας διαφεύγει ακόμη η δειλή προς το παρόν ενεργοποίηση κινήσεων «Τουρισμού Αλληλεγγύης» προς την Ελλάδα με αφορμή την ασφυξία εκ μέρους των διεθνών δανειστών. Ο όρος σημαίνει την ηθική παρότρυνση για ταξίδια με σκοπό την οικονομική ενίσχυση μιας χώρας, ιδιαίτερα των περιοχών εκείνων που δεν περιλαμβάνονται στα πακέτα των μεγάλων τουριστικών γραφείων, αλλά και για την επικοινωνία και γνωριμία των λαών σε θέματα πολιτισμού, περιβάλλοντος ακόμη και εκπαίδευσης.

  Τα Τζουμέρκα και οι άνθρωποί τους οφείλουμε να ανταποκριθούμε σε μια πρόκληση, που βρίσκεται μπροστά μας. Όχι για να αναπαράγουμε ανταγωνισμούς και να κυνηγήσουμε «αρπαχτές» αλλά για να πάρουμε πρωτοβουλίες, να δημιουργήσουμε σχήματα συνεννόησης και συνεργασίας, να «αναστηλώσουμε» όχι μόνο τη γέφυρα της Πλάκας αλλά ολόκληρη την περιοχή μας.

 

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

Venceremos ! Mε αφορμή τις Ισπανικές αυτοδιοικητικές εκλογές

     Είναι σίγουρο ότι οι Ισπανικές Περιφερειακές και Δημοτικές εκλογές θα συζητηθούν πολύ σε όλη την Ευρώπη. Και για την ελπιδοφόρα αλλαγή του πολιτικού σκηνικού και για την αποτυχία, σε μεγάλο βαθμό, του συστήματος να προωθήσει έγκαιρα την ισπανική εκδοχή του «Ποταμιού» αλλά ακόμη και για την περίπλοκη σχέση αριστεράς και αυτονομισμού, που, όπως και στη Σκωτία, δείχνει να παράγει πολιτικά αποτελέσματα (κατά την άποψη του υπογράφοντος η άνεση των Podemos να αναγνωρίσουν ότι το μέλλον της Καταλωνίας είναι πάνω απ’ όλα υπόθεση των ίδιων των Καταλανών πολιτών ευνοεί αυτή τη συνάντηση, σε αντίθεση με τις δυσκολίες της «εθνικής» αφήγησης της Ενωμένης Αριστεράς, η οποία ούτως ή άλλως απέτυχε σ’ αυτές τις εκλογές).
     Η σύντομη ωστόσο παρέμβασή μου αφορά ένα δευτερεύον για τους περισσότερους ζήτημα, τη σχέση Αριστεράς και αισθητικής. Ας προσέξουμε λίγο την προεκλογική αφίσα της αριστερής νέας Δημάρχου της Μαδρίτης Μανουέλα Καρμένα: Λιτή και υπαινικτική, χρησιμοποιεί κόμικ αντί για τη φωτογραφία της υποψήφιας Δημάρχου, τη ζυγαριά της δικαιοσύνης, που παραπέμπει στο νομικό της παρελθόν αλλά κυρίως στο αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης ενώ η οικολογική διάσταση περιέχεται στο σύμβολο της πόλης της Μαδρίτης (μια αρκούδα δίπλα σ’ ένα δέντρο). Ακόμα πιο καινοτόμα είναι η αντικατάσταση του κεντρικού συνθήματος από ένα επιφώνημα («¡Ay Carmena!»), το οποίο όμως παραπέμπει στον τίτλο του πασίγνωστου αντιφασιστικού τραγουδιού του ισπανικού εμφυλίου «¡Ay Carmela».
     Θεωρώ ότι η καταξίωση της ευρηματικότητας και η εγκατάλειψη της σοβαροφάνειας εξακολουθούν να είναι ζητούμενα στην πολιτική επικοινωνία της Αριστεράς. Για να ευλογήσω ωστόσο και τα (τοπικά) μας γένεια, θα θυμίσω στους αναγνώστες ότι το, πανευρωπαϊκής πλέον εμβέλειας, σύνθημα «ΣΥΡΙΖΑ–PODEMOS–VENCEREMOS» γεννήθηκε στα Γιάννενα στις 17 Νοέμβρη 2014, κατά την πορεία της επετείου του Πολυτεχνείου!
 

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Ένα αμφίβολο στοίχημα για τα Γιάννενα

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΕΥΡΩΠΗΣ 2021
Την Τετάρτη 8 Απριλίου το Δημοτικό Συμβούλιο της πόλης θα συζητήσει την πρόταση διεκδίκησης από τα Γιάννενα της διοργάνωσης της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης» για το έτος 2021. Καθώς οι περισσότεροι έχουν μάλλον θολή εικόνα, περί τίνος ακριβώς πρόκειται, είναι χρήσιμο να επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση της ιστορίας και της φυσιογνωμίας του θεσμού αλλά και των δεδομένων και των προβλημάτων ενός ιδιαίτερα φιλόδοξου για τα Γιάννενα στόχου.

Kαι όμως τον Ηπειρωτικό Αγώνα τον διαβάζουν και
στη Ρίγα ! Με την κ. Άννα Μούχκα, Υπεύθυνη Τύπου
της «Ρίγα Πολιτιστική Πρωτεύουσα 2014»
Ο θεσμός ξεκίνησε, με το όνομα «Ευρωπαϊκή πολιτιστική πόλη», ως μια πρωτοβουλία της ελληνίδας Υπουργού Πολιτισμού Μελίνας Μερκούρη με τη στήριξη του γάλλου ομολόγου της Ζακ Λαγκ, με στόχο να αναδειχτεί η συμβολή των πόλεων στον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Με πρώτη την Αθήνα το 1985 διάφορες πόλεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέλαβαν να διοργανώσουν ένα ετήσιο κύκλο εκδηλώσεων, εξασφαλίζοντας και κάποια χρηματοδότηση, ενώ από το 1999 η διοργάνωση μετονομάστηκε σε «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης». Αρχικά η φιλοξενούσα πόλη ήταν μία κάθε χρόνο, από το παραπάνω όμως σημείο καμπής ο αριθμός τους αυξήθηκε σε δύο και ορίστηκε μια συγκεκριμένη χρονική σειρά μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών προκειμένου να αποτραπεί ο σκληρός ανταγωνισμός για την ανάληψη της διοργάνωσης, ο οποίος βεβαίως έκτοτε μεταφέρθηκε στο εσωτερικό της κάθε χώρας.
Το 2021 έρχεται, μαζί με τη Ρουμανία, ξανά η σειρά της Ελλάδας (έχουν στο μεταξύ μεσολαβήσει η διοργάνωση της Θεσσαλονίκης το 1997 και της Πάτρας το 2006) και ήδη ούτε λίγο ούτε πολύ 14 δημοτικά συμβούλια εξετάζουν ή προωθούν την υποψηφιότητα της πόλης τους, η προθεσμία για την υποβολή της οποίας λήγει τον προσεχή Οκτώβριο. Ορισμένα μάλιστα έχουν προχωρήσει σε θορυβώδη σύσταση «Επιτροπών Διεκδίκησης», με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση της Τρίπολης, όπου συμμετέχουν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Κώστας Γαβράς και άλλοι. Ο προκριματικός γύρος για τις 3 επικρατέστερες υποψηφιότητες και στη συνέχεια η τελική επιλογή της πολιτιστικής πρωτεύουσας, συνοδευόμενη από το βραβείο «Μελίνας Μερκούρη» ύψους 1.500.000 €, θα γίνει από διεθνή επιτροπή μέσα στο 2016.
Ο διακηρυγμένος στόχος του θεσμού ήταν η ανάδειξη των κοινών πτυχών αλλά και της ποικιλομορφίας των ευρωπαϊκών πολιτισμών, η προσέγγιση των ευρωπαϊκών λαών και η κατανόηση των διαφορετικών ταυτοτήτων, η πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας πολιτιστικές εκδηλώσεις για το ευρύτερο δυνατό ακροατήριο, η αύξηση της συμμετοχής και της συνειδητοποίησης των πολιτών, παράλληλα φυσικά με την προσέλκυση επισκεπτών και την τόνωση της τουριστικής κίνησης.
Πολύ γρήγορα όμως ο κύριος στόχος έγινε πιο οικονομικός και παράλληλα πιο στρατηγικός, συνδέθηκε με τις στρατηγικές ανταγωνισμού των πόλεων για δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, με την προώθηση της διεθνούς αναγνωρισιμότητας και της «μοναδικότητας» της διοργανώτριας πόλης, με την καθιέρωσή της ως πολιτιστικού κέντρου όχι μόνο για τη χρονιά της διοργάνωσης αλλά και στη συνέχεια και με στοιχήματα μεγάλων αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών παρεμβάσεων για τον «ελκυστικό» μετασχηματισμό του αστικού τοπίου φιλοξενίας. Σ’ αυτό το στόχο εντάχθηκε η κατασκευή νέων, εμβληματικών πολιτιστικών υποδομών, η λειτουργία των κατάλληλων διοικητικών δομών και η συνεχής ανάληψη «μεγάλων γεγονότων» (mega events). Με δυο λόγια ο διαρκώς αυξανόμενος ανταγωνισμός των υποψηφιοτήτων οφείλεται στην ιδέα ότι οι διοργανώσεις μεγάλης κλίμακας, πολιτιστικές και όχι μόνο, είναι κινητήρια δύναμη για την προσέλκυση επενδυτών και την οικονομική ανάπτυξη των πόλεων.

Διεθνή παραδείγματα
Υπό την παραπάνω οπτική δύο από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα ήταν η Γλασκώβη της Σκωτίας το 1990 και η Λιλ της Βόρειας Γαλλίας, το 2004, δύο πρώην βιομηχανικές πόλεις σε πλήρη παρακμή, που κατάφεραν με εφαλτήριο το θεσμό να μπουν στον πανευρωπαϊκό πολιτιστικό χάρτη και να συνεχίσουν το μετασχηματισμό τους σε πολιτιστικά -και ασφαλώς τουριστικά ..- κέντρα. Από την άλλη πλευρά το Λίβερπουλ, που είχε ήδη μια ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα (ελέω Μπητλς και όχι μόνο), μέτρησε το 2008 10 εκατομμύρια επισκέπτες.
Ο υπογράφων αυτό το κείμενο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει κάπως πιο συστηματικά ορισμένες από τις διοργανώσεις των τριών τελευταίων χρόνων, του σλοβενικού Μάριμπορ το 2012, της Μασσαλίας το 2013 και της πρωτεύουσας της Λεττονίας Ρίγα το 2014. Ελπίζει μάλιστα να τα καταφέρει να επισκεφθεί και μία από τις διοργανώτριες πόλεις του 2015, είτε τη Μονς του γαλλόφωνου Βελγίου είτε το Πίλσεν της Τσεχίας.
Η πιο εντυπωσιακή διοργάνωση ήταν αναμφίβολα της Μασσαλίας, που με κεντρικό μοτίβο το σύνθημα «μοιραζόμαστε το νότο», έδωσε έμφαση και στο μεσογειακό της χαρακτήρα και στη μεγάλη αφομοιωτική της παράδοση ως «προσφυγομάννας» πόλης, που έχει συνδυάσει με μεγάλη επιτυχία τη λεγόμενη υψηλή κουλτούρα με τις λαϊκές, ιδιαίτερα στη μουσική (π.χ. το μαρσεγιέζικο χιπ-χοπ και ραπ με δάνεια και από την αλγερίνικη μουσική). Η «Μασσαλία 2013» παρουσίασε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα με 400 πολιτιστικές εκδηλώσεις πρώτης γραμμής και πολλές μικρότερες σε όλη την περιοχή της Προβηγκίας γύρω από τις ιδέες του ταξιδιού, των ανακαλύψεων και των εξερευνήσεων αλλά ταυτόχρονα της πολυπολιτισμικότητας, της συνεργασίας και της ανοχής. Εξίσου σημαντικά όμως συνδέθηκε με τη δημιουργία δώδεκα (!) νέων μεγάλων πολιτιστικών υποδομών στην περιοχή, με προγράμματα αστικής ανάπλασης και με πολεοδομικές παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας στο παράκτιο μέτωπό της. Για να έχουμε μια μικρή εικόνα των οικονομικών μεγεθών, ας λάβουμε υπόψη ότι ο προϋπολογισμός των υποδομών ήταν 800 εκατομμύρια ευρώ και των εκδηλώσεων 90 εκατομμύρια. Από αυτά τα τελευταία 90, τα 2/3 συνεισέφερε η Αυτοδιοίκηση πρώτου και δεύτερου βαθμού, το 1/6 η γαλλική κυβέρνηση και το άλλο 1/6 ιδιώτες χορηγοί.
Οι άλλες δύο διοργανώσεις, με χαμηλότερα οπωσδήποτε οικονομικά μεγέθη αλλά και με ευρεία χρήση εθελοντών, προσανατολίστηκαν στα δικά τους ιστορικά και γεωγραφικά δεδομένα. Η Ρίγα, έχοντας τη λάμψη της πιο κοσμοπολίτικης πόλης των βαλτικών χωρών και μια εκπληκτική αρχιτεκτονική κληρονομιά όχι μόνο παλιότερη αλλά και του 20ου αιώνα, λ.χ. διατηρώντας τα περισσότερα art nouveau κτίρια στην Ευρώπη, παρουσίασε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα, από το οποίο προσωπικά ξεχωρίζω το παγκόσμιο χορωδιακό φεστιβάλ, τον θεματικό κύκλο για το κεχριμπάρι και την οπωσδήποτε δύσκολη, ιδιαίτερα με τις σημερινές διεθνείς εντάσεις και την όχι πάντα ισότιμη αντιμετώπιση της ρωσικής μειονότητας, προσπάθεια διαχείρισης του κομμουνιστικού παρελθόντος με επίκεντρο την αξιοποίηση του πρώην κτιρίου της KGB.
Από την πλευρά του το Μάριμπορ, ιστορικά στο μεταίχμιο του σλαβικού και του γερμανικού κόσμου, ανέδειξε το ρόλο του ως ένα σύγχρονο σταυροδρόμι και έδωσε έμφαση στη σχέση με τη φύση και στα οικολογικά ζητήματα. Μη όντας ωστόσο από πριν ένας σημαντικός ευρωπαϊκός πολιτιστικός προορισμός, δεν κατάφερε να συνδυάσει τη διοργάνωση με μια αποτελεσματική διεθνή προώθηση. Και εδώ δεν έλειψε η θεματολογία για τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους και εθνικισμούς και για τα παραδείγματα αντίστασης, με πιο συγκινητική την εκδήλωση για την καταστραμμένη βιβλιοθήκη του Σαράγιεβο.
Ασφαλώς σε καμία από όλες τις προηγούμενες διοργανώσεις δεν έλειψαν οι αντιπαραθέσεις για το περιεχόμενο του προγράμματος ή για αστοχίες στα οικονομικά δεδομένα, η ενδελεχής εξέταση των οποίων θα προϋπέθετε την ανάθεση διδακτορικών διατριβών. Ίσως όμως η πιο συγκρίσιμη με τα σημερινά ελληνικά δεδομένα εμπειρία να είναι αυτή της διοργάνωσης του Γκιμαράες το 2012, η οποία συνέπεσε με τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης και την επιβολή μέτρων λιτότητας στον πορτογαλικό λαό. Πέραν της περιορισμένης εμβέλειας, η περικοπή του προϋπολογισμού και η εγκατάλειψη των περισσότερων επενδυτικών σχεδίων για την «πράσινη» πολεοδομική ανάπλαση της περιοχής ψαλίδισε τις αρχικές προσδοκίες και δημιούργησε αισθήματα ματαίωσης στους κατοίκους της.

Η ελληνική εμπειρία
Αφήνοντας κατά μέρος την πειραματική εφαρμογή της Αθήνας, οι δύο επόμενες ελληνικές υποψηφιότητες, παρά την πραγματοποίησή τους σε εποχές που «λεφτά υπήρχαν», δίνουν μια εικόνα, ολικής ή μερικής, αποτυχίας.
Η «Θεσσαλονίκη 1997» προβλήθηκε για πρώτη φορά ως αίτημα την εποχή των εθνικιστικών συλαλητηρίων, γεγονός που σφράγισε από την αρχή ορισμένες βασικές της επιλογές (προβολή του «εκπολιτιστικού» ρόλου του Ελληνισμού στα Βαλκάνια, ανάδειξη του Αγίου Όρους κλπ.). Στην πράξη αποτέλεσε ένα μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο, που μόλις πρόσφατα έγινε δυνατό να εκκαθαριστεί, ένα όργιο πελατειακών δοσοληψιών με το χρήμα του ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ανέλαβε εξ ολοκλήρου το κόστος της διοργάνωσης, προϋπολογισμένο στα 147 εκ. ευρώ και υλοποιημένο στα 220 !  Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Οργανισμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας φερόταν να απασχολεί 20 εργαζόμενους για αρκετά χρόνια μετά από τη λήξη της διοργάνωσης, ότι παραστατικά και νόμιμες διαδικασίες θεωρήθηκαν πολυτέλεια, ότι ακόμη και αυτή η αποστολή και εξέταση των φακέλων από τις εισαγγελικές αρχές έγιναν μετά από την παραγραφή των αδικημάτων.
Για αυτή καθαυτή την υλοποίηση του προγράμματος περιορίζομαι να παραθέσω αποσπάσματα από τον πρόλογο του πολύ αποκαλυπτικού βιβλίου του Ροδόλφου Μασλία «η πολιτιστική από μέσα» - εκδ. Ιανός, 1998 : «Μόνο η διάγνωση των αιτίων για την απώλεια αυτής της μεγάλης ευκαιρίας μπορεί να δημιουργήσει ελπίδες ότι θα αποφευχθούν τέτοια λάθη στο μέλλον. Λάθη νοοτροπίας, λάθη σχεδιασμού. Εσκεμμένες παραλείψεις, λαθεμένες επιλογές προσώπων (πλην όμως παρόντων στις περισσότερες μέχρι τώρα πολιτιστικές διοργανώσεις), περιττή έπαρση και έλλειψη στοιχειώδους προγραμματισμού..». Και παρά την φιλοξενία πολλών και σημαντικών εκδηλώσεων, το αποτύπωμα στην πολιτιστική παραγωγή της πόλης και στο μελλοντικό της ρόλο ήταν τελικά ελάχιστο.
Ούτε η «Πάτρα 2006» όμως, παρά τη μεγάλη εμπειρία της πόλης στη διοργάνωση του καρναβαλιού, φαίνεται να κατάφερε να δημιουργήσει ένα θετικό υπόδειγμα.  Αν και δεν στιγματίστηκε από το μεγάλο σκάνδαλο, οι αργοπορίες στην κατάρτιση του προϋπολογισμού και οι συγκρούσεις στο εσωτερικό του οργανωτικού σχήματος, που πήραν μεγάλη δημοσιότητα, δημιούργησαν αρνητικές εντυπώσεις στην τοπική κοινή γνώμη, η οποία στις σχετικές δημοσκοπήσεις μετά από τη λήξη της διοργάνωσης δήλωσε απογοητευμένη από το εγχείρημα. Η διοργάνωση δεν αφορούσε κατασκευή νέων χώρων αλλά μόνο επισκευές και ορισμένες αναπαλαιώσεις ιστορικών κτιρίων ενώ αρκετά από τα έργα δεν έγινε δυνατό να υλοποιηθούν. Σε γενικές γραμμές η εμβέλεια της διοργάνωσης εκτός Πάτρας και οι υποθήκες, που ενέγραψε, ήταν μάλλον ασήμαντες.

Ποιες δυνατότητες για τα Γιάννενα ;
Είναι εύλογο αυτό το παρελθόν να δημιουργεί σκεπτικισμό για τη σκοπιμότητα διεκδίκησης και ανάληψης μιας τέτοιας κλίμακας διοργάνωσης. Έχοντας υπόψη και τα προβλήματα του «Γκιμαράες 2012», το πρώτο μεγάλο ερώτημα αφορά τις οικονομικές δυνατότητες της πόλης ύστερα από μια πενταετία εφαρμογής μνημονιακών πολιτικών αλλά και με μικρό συγκριτικά πληθυσμό αναφοράς. Καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε από την αρχή ότι διοργάνωση φιλόδοξη και παράλληλα φτηνή δεν είναι εφικτή.
Εξίσου κρίσιμος είναι ο προβληματισμός για τη σημερινή πολιτιστική παραγωγή και εμβέλεια των Ιωαννίνων, για τον περιορισμένο ρόλο τους στον πολιτιστικό χάρτη, τον ελληνικό εννοείται όχι τον .. ευρωπαϊκό, για την απουσία παράδοσης σε μεγάλες πολιτιστικές διοργανώσεις, για την ένδεια μακροπρόθεσμων πολιτιστικών αλλά και πολεοδομικών στρατηγικών, για τη γενικότερη νοοτροπία των τοπικών ελίτ. Ας μη λησμονούμε ότι από τις προηγούμενες δημοτικές αρχές, άλλες διακρίθηκαν για τις κακές σχέσεις τους με τον πολιτισμό και την πολιτιστική κληρονομιά γενικά - η κατεδάφιση του Ξενία και η ματαίωση του δωρεάν προσφερόμενου φεστιβάλ τζαζ μουσικής είναι ενδεικτικά παραδείγματα - και άλλες για την υπονόμευση των οικολογικών ισορροπιών της Παμβώτιδας στο βωμό περιορισμένης εμβέλειας αθλητικών διοργανώσεων. Και όμως η βιωσιμότητα ορίζεται ως ένα από τα βασικά κριτήρια αξιολόγησης των υποψηφιοτήτων για την πολιτιστική πρωτεύουσα με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Παρ’ όλα αυτά είμαι διστακτικός να απορρίψω την ιδέα της διεκδίκησης. Και επειδή γενικά αυτοί είναι οι όροι του παιγνιδιού, καθώς συνηθίζουμε στην Ελλάδα να βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο, και επειδή και μόνη η διεκδίκηση είναι σε θέση να οδηγήσει σε συνειδητοποίηση αδυναμιών και σε ενεργοποίηση ανθρώπων και επειδή μπορεί να συμβάλει στην προώθηση παράλληλων στόχων. Η τακτική και διεθνής λειτουργία του αεροδρομίου είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολιτιστική πρωτεύουσα με το σημερινό αεροδρόμιο Ιωαννίνων ανταποκρίνεται βεβαίως στον χαρακτηρισμό «σύντομο ανέκδοτο».
Θα περιοριστώ λοιπόν σε ορισμένα αυτονόητα - ή μήπως όχι και τόσο ;
- Στη σοβαρότητα της προετοιμασίας αντί του επικοινωνιακού χειρισμού, στο εντατικό διάβασμα των φακέλων υποψηφιότητας και των εκθέσεων αξιολόγησης όλων των προηγουμένων διοργανώσεων
- Στην, επίπονη οπωσδήποτε, ανάδειξη τοπικών διοικητικών στελεχών αντί της ανάθεσης της προετοιμασίας σε «κεντρικούς» πολιτιστικούς μάνατζερ
- Στο άνοιγμα της συζήτησης, ώστε να μην περιορίζεται σε παρασκηνιακές κινήσεις - όπως οι επαφές με τον πρώην Υπουργό Πολιτισμού κ. Τασούλα - ή στην εμπλοκή υπηρεσιακών παραγόντων και πολιτικών προϊσταμένων, άντε και ορισμένων «προσωπικοτήτων», αλλά να κινητοποιεί τις υπαρκτές δημιουργικές δυνάμεις της πόλης
- Στον πανηπειρωτικό και, όσο αυτό είναι δυνατό, στο βαλκανικό προσανατολισμό της διεκδίκησης και στη δημιουργία σχημάτων με τη συμμετοχή όλων των πόλεων της Ηπείρου αλλά και της Δυτικής Μακεδονίας, των Ιονίων και της Αλβανίας
- Και πάνω απ’ όλα στο στοχασμό για το παρελθόν και την αυριανή εικόνα αυτής της πόλης.
Τα πολυεθνικά Γιάννενα του παρελθόντος έχουν αφήσει ένα έντονο πολιτιστικό αποτύπωμα στο χώρο των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για ένα μεγάλο κεφάλαιο, την αξία του οποίου εν πολλοίς δεν έχουν συνειδητοποιήσει οι σημερινοί τους κάτοικοι, ικανό να αποτελέσει τη βάση μιας σύγχρονης ταυτότητας, συμβατής με τους στόχους της συνύπαρξης, της κατανόησης και της ανοχής, που ορίζει το πλαίσιο της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας». Ο φυσικός πλούτος της περιοχής από την άλλη, εφόσον βεβαίως οι πολιτικές ηγεσίες τον διαχειριστούν με πρακτικές βιωσιμότητας, μακριά από τις «αρπαχτές» και την εμπορευματοποίηση, είναι σε θέση να υποστηρίξει ένα σχέδιο σύνδεσης «Φύσης – Πολιτισμού» και μια καλύτερη καθημερινή λειτουργία για την πόλη και τους κατοίκους της.
Απομένει βεβαίως να δούμε, εάν μια «Πολιτιστική Πρωτεύουσα» είναι σε θέση να μας κάνει σοφότερους.

Γιάννης Παπαδημητρίου
Δικηγόρος
πρ. Περιφερειακός Σύμβουλος Ηπείρου
κάτοχος του βραβείου Απντί Ιπεκτσί


.


Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Με αφορμή την υπόθεση Γιακουμάκη

Από τις διάσπαρτες αναρτήσεις μου στο facebook συγκεντρώνω όσα αφορούν ειδικά την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη.

 
22 Φεβρουαρίου
Η Ελλάδα της ντροπής εξακολουθεί να είναι πανταχού παρούσα ... Ας αφήσουμε κατά μέρος τις κούφιες "περηφάνειες" και ας αντιμετωπίσουμε κατάματα το ρατσισμό, τον σεξισμό, τον χουλιγκανισμό και όλες τις αναπηρίες της ελληνικής κοινωνίας ! (με παράθεση συνδέσμου για τα βασανιστήρια σε βάρος του Βαγγέλη)

16 Μαρτίου
Στις 22 Φεβρουαρίου, την επόμενη της τοπικής εθνικής εορτής των Ιωαννίνων και με τις πρώτες, πλην έγκυρες, πληροφορίες για το νεαρό σπουδαστή της Γαλακτοκομικής έγραψα " Η Ελλάδα της ντροπής …. (βλ. παραπάνω)". Ορισμένοι φίλοι μου είπαν τότε ότι βιάστηκα να υιοθετήσω φήμες .... Δεν έχω να αλλάξω ούτε μία λέξη!

18 Μαρτίου
Και επειδή μου αρέσει να θέτω τα πράγματα κάπως ωμά, φαίνεται πως ο Βαγγέλης βρήκε το μοναδικό, αποτελεσματικό όσο και τραγικό, τρόπο να τιμωρήσει τους βασανιστές του (παρόλο που ο περίγυρος της ανοχής, όπως πάντα, θα κλαίει και θα οδύρεται ενάντια στο bullying).

19 Μαρτίου
Η υπόθεση Γιακουμάκη εξακολουθεί να είναι αποκαλυπτική για τον σχηματισμό των συλλογικών νοοτροπιών.
Στα Χανιά, η ιστοσελίδα zarpa news ρίχνει όλη την ευθύνη στις αρχές των Ιωαννίνων, αποσιωπώντας και ότι όλοι οι δράστες είναι Κρητικοί και ότι στη ρίζα της συμπεριφοράς τους βρίσκεται μια ιδιότυπη εκδοχή "λεβεντιάς" (αυτή, που έχει οδηγήσει και σε επιθέσεις εναντίον μεταναστών κλπ.). Και για να είναι σαφέστερο το μήνυμα ο συντάκτης κοτσάρει και ζωγραφιά του Αλή Πασά ! ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΡΕ !
Στα Γιάννενα πάλι (άραγε μόλις τέλειωσε το ματς του ΠΑΣ Γιάννενα ?) συγκεντρώνονται 800 νεολαίοι έξω από τη Γαλακτοκομική Σχολή, σπάνε τα λουκέτα και μπουκάρουν με στόχο να δείρουν όποιον «ύποπτο» βρουν μπροστά τους και να ξεπλύνουν τη ντροπή – μήπως καλύτερα να έκαιγαν και τη Σχολή ? ΚΑΤΩ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΡΕ !

20 Μαρτίου
Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, αυτοδικία είναι η αυθαίρετη άσκηση από κάποιον αξίωσης σχετικής με δικαίωμα, που έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται. Μπορεί κάποιος/α από τους πολλούς/ές, που χρησιμοποιούν γενικευμένα τον όρο "αυτοδικία" για να χαρακτηρίσουν την επίθεση στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, να προσδιορίσει το δικαίωμα που (θεωρούν ότι) έχουν οι "αγανακτισμένοι" νεολαίοι και έχει προσβληθεί ? Η λανθάνουσα ιδέα ότι πρόκειται για την "τιμή της πόλης", που διασύρεται από "άντρα ακολασίας", εκτός από 100 % άδικη και ανυπόστατη, παραπέμπει σε άλλες, σκοτεινές εποχές, τις οποίες υποτίθεται ότι είχαμε αφήσει πίσω μας.