Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Λογοτεχνία και κινηματογράφος εναντίον φραγμάτων


Απ’ ό,τι δείχνει η έρευνα, μόνο τυχαίο δεν είναι το ενδιαφέρον της λογοτεχνίας και του σινεμά για τα μεγάλα φράγματα και τους ταμιευτήρες που αυτά σχηματίζουν. Ακόμα κι’ όταν οι δημιουργοί τους δεν εστιάζουν στις οικολογικές και κλιματικές τους επιπτώσεις αλλά στην επίδραση στις ζωές των ανθρώπων, δεν παύουν να σημαίνουν σήμα κινδύνου και να αναδεικνύουν μια δυστοπία καταστροφής και δυστυχίας ή φόβου και απειλής. Γιατί οι τεχνητές λίμνες των φραγμάτων, είτε έχουν καταβυθίσει ολόκληρες πόλεις και οικισμούς είτε ανακαλούν ένα διαρκή κίνδυνο βίαιης πλημμύρας άλλων που γειτνιάζουν, αποτελούν ένα απτό παράδειγμα της αποτυχίας της κυρίαρχης «αναπτυξιακής» ιδεολογίας και των πολλαπλών αρνητικών συνεπειών της διατάραξης του υδατικού κύκλου της φύσης. Ακολουθεί μια αντιπροσωπευτική παρουσίαση μυθιστορημάτων και ταινιών.
Τις πρώτες σειρές της καταλαμβάνει δικαιωματικά ένα από τα διαμάντια της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, το μυθιστόρημα «Το φράγμα» του Σπύρου Πλασκοβίτη (Κέρκυρα 1917 – Αθήνα 2000), δικαστικού στο Συμβούλιο της Επικρατείας το επάγγελμα μέχρι την εκκαθάρισή του από τη χούντα και επίσης βουλευτή και ευρωβουλευτή του ΠΑΣΟΚ στα χρόνια της πρώτης ακμής του. Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1960 από την «Εστία», βραβεύθηκε το 1961 με το «βραβείο των 12», το πρώτο λογοτεχνικό στην Ελλάδα, και στη συνέχεια επανεκδόθηκε στη γνωστή σειρά του «Γαλαξία» αλλά και από τον «Κέδρο». Γυρίστηκε μάλιστα και σε ταινία από τον Δημήτρη Μακρή το 1982 με τον Νίκο Κούρκουλο στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η υπόθεση τοποθετείται στη μυθοπλαστική πόλη Γκρίζα, όπου ένα τεράστιο φράγμα συγκρατεί τα νερά του ποταμού και τα χρησιμοποιεί για αρδευτικούς σκοπούς. Όταν φτάνει στην περιοχή ένας, απεσταλμένος της κυβέρνησης, υδρολόγος μηχανικός, διαπιστώνει την ύπαρξη ενός ρήγματος στη βάση του, που απειλεί τη σταθερότητα της κατασκευής. Έρχεται όμως σε αντίθεση με τους κατοίκους, που έχουν βολευτεί από τη λειτουργία του φράγματος, και υφίσταται όλες τις κοινωνικές συνέπειες της σύγκρουσης. Η αμφιβολία, που τον βασανίζει διαρκώς, ανάμεσα στο αν θα αντέξει ή θα καταρρεύσει το φράγμα, τον οδηγεί τελικά στην πρόταση να το καταστρέψουν οι ίδιοι οι υπεύθυνοι.
Το μυθιστόρημα είναι βεβαίως συμβολικό, με το φράγμα να συμβολίζει μια σαθρή κοινωνία, η οποία είναι η ίδια φθαρμένη και παγιδευμένη στο πλαστό όνειρο της ευημερίας. Όπως γράφει ο συγγραφέας στον πρόλογο, της έκδοσης τουλάχιστον του «Γαλαξία», που έχω στη βιβλιοθήκη μου, «το στίγμα του φράγματος βρίσκεται αρκετά κοντά μας, ώστε να μας αποκλείει τη ρομαντική διάθεση της φυγής, και πάλι αρκετά μακριά, ώστε να μην επιτρέπει ένα απλό κι’ ανώδυνο προς τα εκεί ταξίδι». Ο υπαρξιακός προβληματισμός του μηχανικού, που θυμίζει σελίδες Καμύ και Κάφκα, μετασχηματίζεται σε μια ρηξικέλευθη πρόταση για τον ριζικό αναπροσανατολισμό της ζωής και των αξιών της, όσο ακόμη υπάρχει χρόνος !
Το άλλο βιβλίο, που έχω υπόψη ότι κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά, είναι το μυθιστόρημα του Γάλλου αιγυπτιολόγου Κριστιάν Ζακ «Φράγμα στο Νείλο», που εκδόθηκε στη χώρα του το 1995 και στην Ελλάδα το 1998 από τις εκδόσεις «Τροπικός» σε μετάφραση της Αναστασίας Καραστάθη. Πρόκειται κατά βάση για ένα πολιτικό θρίλερ, με το οποίο ο συγγραφέας παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη εικόνα της ανώμαλης πολιτικής ζωής της σύγχρονης Αιγύπτου, σε σημείο που μερικές φορές νομίζεις ότι γράφτηκε στις μέρες μας. Συνδυάζει ασφαλώς τα ειδικά επιστημονικά του ενδιαφέροντα μα πάνω απ’ όλα αναλύει τις καταστροφικές συνέπειες του φράγματος του Ασουάν όχι μόνο για τα μνημεία αλλά για ολόκληρο τον κύκλο της ζωής στην κοιλάδα του Νείλου, πράγμα που οδηγεί και στην άνοδο της ισλαμικής τρομοκρατίας,  και περιγράφει το, φανταστικό βεβαίως, τέλος του.
Δυστυχώς τα υπόλοιπα βιβλία δεν έχουν μεταφραστεί για την ελληνική αγορά. Από μια πλούσια συγκομιδή δεκάδων τίτλων μνημονεύω ενδεικτικά :
-        το «Haweswater» της Σάρα Χωλ εμπνέεται από την κατασκευή του ομώνυμου φράγματος το 1929 στην περιοχή των λιμνών (Lake district) της Βορειοδυτικής Αγγλίας και αφηγείται την απειλή για τον αγροτικό παράδεισο της περιοχής και τη σταδιακή συναισθηματική εμπλοκή του αρχιμηχανικού του έργου
-        το «Drowning Day» (= μέρα πνιγμού) του Άλαν Ντίπερ περιγράφει τον αγώνα των κατοίκων μιας ουαλικής πόλης εναντίον του πολιτικού και επιχειρηματικού σχεδίου για πλημμύρισμα της κοιλάδας τους και της εισαγόμενης βίας
-        το «After the dam» (= μετά από το φράγμα) της Άμυ Χάσινγκερ, τοποθετημένο στην πολιτεία του Ουίσκονσιν των ΗΠΑ, εξιστορεί τις συνέπειες, πραγματικές και μεταφορικές, από τη διακοπή της ροής και τη νέκρωση ενός ποταμού
-        ενώ στο «Swift dam», από το όνομα του φράγματος στην περιοχή των Ινδιάνων Μαυροπόδαρων στη Μοντάνα, που καταστράφηκε από πλημμύρες το 1964 και προκάλεσε καταστροφές και θανάτους, με αφορμή αυτό το πραγματικό γεγονός, ο Σιντ Γκούσταφσον γράφει 3 ιστορίες και προειδοποιεί για τις αυταπάτες της σύγχρονης τεχνολογίας και τις συνέπειες στη ζωή των ανθρώπων. 
Ακόμα πιο πολυάριθμη είναι η αστυνομική λογοτεχνική παραγωγή σχετικά με το θέμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Καναδός αστυνομικός συγγραφέας Πήτερ Ρόμπινσον έχει εισαγάγει τον όρο «Reservoir Noir» (= αστυνομικό μυθιστόρημα των ταμιευτήρων), προκειμένου να περιγράψει αυτή την έλξη για σύνδεση εγκλημάτων με την ακινησία και τα μυστικά, που έκρυψε η δημιουργία των τεχνητών λιμνών, αλλά και με τα κατασκευαστικά σχέδια. Από τα βιβλία, που η φιλολογική έρευνα έχει κατατάξει στο reservoir noir, θα αναφέρω, επίσης ενδεικτικά, το μυθιστόρημα του ίδιου του Ρόμπινσον «In a Dry Season» (= σε μια εποχή ξηρασίας), αυτό του Ρέτζιναλντ Χιλ «On Beulah Height» (= στα ύψη του Μπούλα), τοποθετημένα και τα δύο στην περιοχή του αγγλικού Γιορκσάϊρ, το «Dragon Bones» (= τα οστά του δράκου) της Λίζα Σi, που πραγματεύεται φόνους και αρχαιοκαπηλεία στη διάρκεια της κατασκευής του γιγαντιαίου φράγματος των 3 φαραγγιών στην Κίνα και τέλος το «Drowned Hopes» (= πνιγμένες ελπίδες) του κατά τα λοιπά αρκετά γνωστού Αμερικανού συγγραφέα Ντόναλντ Γουεστλέϊκ, που σχετίζεται με τη λειτουργία του υδρευτικού συστήματος της Νέας Υόρκης.
         Είναι εντυπωσιακό ότι ακόμα και κόμικ έχει εκδοθεί ενάντια στην κατασκευή φραγμάτων ! Πρόκειται για το «The River of stories» (= ο ποταμός των ιστοριών), ο Ινδός σχεδιαστής του οποίου Όρτζιτ Σεν συμμετείχε ενεργά στην πολιτική μάχη για την αποτροπή της φραγματοποίησης του ποταμού Ναρμάντα στην Κεντρική Ινδία και το εξέδωσε το 1994.
Αρκετά από τα βιβλία αυτά έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο, η διερεύνηση όμως, ποιά, και με ποιό τίτλο, προβλήθηκαν στις ελληνικές αίθουσες, απαιτεί προδιαγραφές διδακτορικής διατριβής. Γι’ αυτό και θα περιοριστώ σε δύο μονάχα κινηματογραφικές αναφορές, που εξάλλου δεν βασίζονται σε προηγούμενα μυθιστορήματα.
Η πρώτη ταινία με τίτλο «Vajont - La diga del disonore » (= Βαγιόν - το φράγμα της ατιμίας) γυρίστηκε το 2001 από τον Ιταλό σκηνοθέτη Ρέντσο Μαρτινέλι για να υπενθυμίσει τη μεγάλη οικολογική καταστροφή και τους 1.917 νεκρούς, που προκάλεσε το φράγμα Vajont στον ομώνυμο παραπόταμο του Πιάβε στη Βόρεια Ιταλία. Η συνεχής βροχόπτωση και οι κατολισθήσεις που αυτή προκάλεσε, δημιούργησαν ένα τεράστιο κύμα νερού που υπερπήδησε τη στέψη του φράγματος και σάρωσε τα κατάντη χωριά της κοιλάδας. Νομίζω ότι δεν έχει προβληθεί στη χώρα μας.
Η δεύτερη είναι η βραβευμένη με τον χρυσό λέοντα του φεστιβάλ της Βενετίας του 2006 «Still life » (= νεκρή φύση, αν και στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Ακίνητες ζωές») του Κινέζου Ζια Ζαγκ Κε. Το φιλμ αποτυπώνει, με χαμηλούς τόνους και τρόπο ποιητικό, αλλά την ίδια στιγμή και αμείλικτο, τις συνέπειες από την κατασκευή του προαναφερθέντος φράγματος των 3 φαραγγιών και τη βύθιση μιας ολόκληρης πόλης, η οποία μεταφέρεται ψηλότερα. Ο κινηματογραφικός φακός συλλαμβάνει όχι μόνο περιβαλλοντικές συνέπειες, τη μουντή ατμόσφαιρα και τη μόνιμη σχεδόν ομίχλη, αλλά κυρίως τις κοινωνικές επιπτώσεις της «προόδου»: την απώλεια εργασίας, ταυτότητας και μνήμης, την επιδειξιομανία και τον καταναλωτισμό, τον παρασιτισμό και την πορνεία, τον χουλιγκανισμό και τους πολέμους συμμοριών.
Η λογοτεχνία και το σινεμά συμπληρώνουν την επιστημονική έρευνα και φωτίζουν τον πολιτικό δρόμο.

   

 

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Τί έχει να μας πει σήμερα ο Μίλοβαν Τζίλας


Καθώς πλησιάζει η επέτειος του θανάτου του Μίλοβαν Τζίλας, στις 20 Απριλίου 1995 στο Βελιγράδι, βρίσκω χρήσιμο να υπενθυμίσω ένα παλιό βιβλίο του με τίτλο «Συνομιλίες με τον Στάλιν», που γράφτηκε το 1961 και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά και στην Ελλάδα, από τις εκδόσεις Καμαρινόπουλου, με μετάφραση και εισαγωγή του Γιώργου Μανιατάκου (η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι από επανέκδοση του 1962). Γραμμένο - και μεταφρασμένο - ασφαλώς με τη γλώσσα μιας μακρινής εποχής, αποκαλύπτει ωστόσο κρίσιμες λεπτομέρειες και για τη χώρα μας και μπορεί να συμβάλει στην ιστορική αυτογνωσία.
Δύο λόγια κατ’ αρχήν για τον συγγραφέα. Γεννημένος το 1911 στο εσωτερικό, ορεινό τμήμα του Μαυροβουνίου, ο Μίλοβαν Τζίλας, υπήρξε από τα νιάτα του κομμουνιστής με φυλακίσεις και στη συνέχεια μέλος της ιστορικής τετράδας στην ηγεσία του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας (με επικεφαλής τον Τίτο και μαζί με τους Καρντέλι και Ράνκοβιτς), δραστήριος και στο παρτιζάνικο κίνημα στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και στα πρώτα χρόνια της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας. Εξελίχθηκε σε ένα από τους μεγάλους αιρετικούς και αντιφρονούντες του κομμουνιστικού κινήματος, πράγμα που επίσης του στοίχισε κάμποσα χρόνια φυλάκισης για διάφορες αιτίες. Βίωσε με μεγάλο πνευματικό θάρρος τα γεγονότα μιας δραματικής εποχής, μίλησε πολύ νωρίς και χωρίς περιστροφές και υπέρ της Ουγγρικής Επανάστασης του 1956 και για τη σφαγή του Κατίν, προβλέποντας την κατάρρευση του «υπαρκτού», ενώ, παράλληλα με τα πολιτικά του κείμενα, δεν παρέλειψε να ασχοληθεί και με τη λογοτεχνία. Υπήρξε εξίσου προφητικός και για το τέλος της Γιουγκοσλαβίας, δηλώνοντας σε μια συνέντευξη στον Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη, τον Ιούλιο του 1990 ότι «δεν θα ήταν μεγάλη τραγωδία αν διαλυόταν η Γιουγκοσλαβία αλλά με ειρηνικό τρόπο ! Η τραγωδία της είναι ότι δεν μπορεί να διαλυθεί χωρίς αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, που σημαίνει γενοκτονία άμαχου πληθυσμού. Εγώ είμαι υπέρ της Γιουγκοσλαβίας και θα είμαι ακόμα και αν διαλυθεί ..».
Στα πλαίσια των εκάστοτε ρόλων του στην ηγεσία του γιουγκοσλαβικού ΚΚ, ο Τζίλας επισκέφθηκε 3 φορές, από το 1944 μέχρι το 1948, τη Σοβιετική Ένωση, είχε συνομιλίες με τον Στάλιν και τον ηγετικό του κύκλο και γνώρισε από πρώτο χέρι τα παρασκήνια της σοβιετικής εξουσίας. Εξίσου σημαντικές είναι οι αρετές του στον στοχασμό και το γράψιμο και, όπως επισημαίνει ο μεταφραστής του, «αν ο Στάλιν ήξερε πόσο δυνατός ήταν ο Τζίλας σαν συγγραφέας δεν θα το δεχόταν ποτέ ασφαλώς». Οι 3 διαδοχικές επισκέψεις, όπως τις ορίζει ανάλογα με την εξέλιξη των συναισθημάτων του ο συγγραφέας, ήταν αυτή των «εκστάσεων» (Μάρτιος 1944), των «αμφιβολιών» (Απρίλιος 1945) και των «απογοητεύσεων» (Ιανουάριος 1948, λίγους μήνες πριν από την οριστική διάσταση στις σχέσεις Μόσχας - Βελιγραδίου, την αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ με τις γνωστές καταγγελίες περί «προδοσίας του Τίτο», «πισώπλατου χτυπήματος στο ΚΚΕ» κλπ.).
Ο Τζίλας αναπλάθει μια εποχή πλουσιοπάροχων γευμάτων - και κυρίως ολονύκτιου αλκοόλ, που ξένιζε τους γιουγκοσλάβους κομμουνιστές - στη βίλα του Στάλιν και ταυτόχρονα εποχή, προοδευτικά κλιμακούμενου, ζόφου, κυριαρχίας των μυστικών υπηρεσιών, φόβου και καχυποψίας, στην οποία δεσπόζει μια προσωπικότητα, που, συμπληρωμένη από την ψυχρή μεθοδικότητα του Μολότοφ, ξέρει να χειρίζεται τους ανθρώπους, να δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας ή εμπιστοσύνης "μεταξύ κατεργαραίων" και να γίνεται κυνικός ακόμα και ανοιχτά προσβλητικός, όπως όταν, στη διάρκεια της δεύτερης επίσκεψης, χλευάζει μπροστά στον Τίτο τη μαχητικότητα του παρτιζάνικου στρατού του ενώ αντίθετα επαινεί τον βουλγαρικό, που είχε πολεμήσει στο πλευρό του Άξονα και διατηρήθηκε αυτούσιος με κάποιες εκκαθαρίσεις. Και παρόλο που το βιβλίο εκδόθηκε μετά από την αποσταλινοποίηση, η κυκλοφορία του απαγορεύθηκε και στη Σοβιετική Ένωση και στην Αλβανία, την οποία επίσης αφορά, ενώ ο συγγραφέας τιμήθηκε στην πατρίδα του και με ακόμη 4 χρόνια φυλάκισης (1962 - 1966) μέχρι την αμνήστευσή του.

Ελληνικός εμφύλιος και βαλκανική ομοσπονδία
Αυτό όμως, που για μας μετράει περισσότερο, είναι οι μαρτυρίες του Τζίλας για κρίσιμα γεγονότα της ελληνικής και της βαλκανικής ιστορίας. Πιο σημαντική λοιπόν είναι η τρίτη του επίσκεψη στη Μόσχα και η συμμετοχή του στην περιβόητη κοινή σύσκεψη στο Κρεμλίνο, στις 10 Φεβρουαρίου του 1948, αντιπροσωπειών 3 κομμουνιστικών κομμάτων, του σοβιετικού, του γιουγκοσλαβικού και του βουλγάρικου.
Η πρώτη μαρτυρία αφορά στον ελληνικό εμφύλιο, που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη, και πρόκειται για τη συνομιλία μεταξύ του Στάλιν και του Καρντέλι. Μεταφέρω τα κύρια σημεία του διαλόγου « Στάλιν : Η εξέγερση στην Ελλάδα πρέπει να κλείσει … Εσείς πιστεύετε στην επιτυχία της ; Καρντέλι : Αν η ξενική επέμβαση δεν αυξηθεί και αν δεν γίνουν σοβαρά πολιτικά και στρατιωτικά λάθη Στάλιν : Όχι δεν έχει καμιά προοπτική να πετύχει … Η εξέγερση στην Ελλάδα πρέπει να σταματήσει. Και όσο το δυνατόν ταχύτερα».
Σήμερα, και υπό το φως της δημοσίευσης πολλών ευρημάτων της έρευνας, μας φαίνεται ίσως αυτονόητη ως ιστορική αλήθεια (εννοείται ακόμα όχι σε όλους και σίγουρα όχι στο ΚΚΕ) η θυσία του αντάρτικου ελληνικού κινήματος στο βωμό της συμφωνίας της Γιάλτας αλλά και της προηγηθείσας περιβόητης «συμφωνίας της χαρτοπετσέτας» για τα ποσοστά επιρροής μεταξύ Τσώρτσιλ και Στάλιν τον Οκτώβριο του 1944, με την οποία ο τελευταίος πήρε μια γενναία μερίδα ανταλλαγμάτων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Θυμίζω και ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο του Γιώργου Μιχαηλίδη, δημοσιευμένο στην εφημερίδα ΠΡΙΝ (http://prin.gr/?p=12787), που έφερε στη δημοσιότητα τα γιουγκοσλαβικά αρχεία για τη συνάντηση Τίτο - ΚΚΕ το Νοέμβριο του 1944, ένα μήνα δηλαδή μετά από τη «συμφωνία της χαρτοπετσέτας», από τα οποία προκύπτει η σοβαρή διαφορά εκτιμήσεων για τις ελληνικές εξελίξεις μεταξύ ενός αποφασιστικού Τίτο και ενός «συγκρατημένου» ΚΚΕ. Ο Τζίλας όμως γράφει το βιβλίο του το 1961 και η αξία των αποκαλύψεων για τη στάση του Στάλιν είναι για την εποχή τους μεγάλη, όπως και η, πλην λίγων εξαιρέσεων, αποσιώπησή τους από τον αριστερό διάλογο επί δεκαετίες, που δεν μπορεί παρά να γεννά πικρές σκέψεις για τα όριά του. 
Στη φυλακή το 1933
Θεωρώ ωστόσο εξίσου σημαντική και τη δεύτερη μαρτυρία, που αναφέρεται στη στάση του Στάλιν απέναντι στην προοπτική μιας βαλκανικής ομοσπονδίας. Είναι η εποχή, που οι σχετικές συζητήσεις μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Αλβανίας ωριμάζουν, που 2 γιουγκοσλαβικές μεραρχίες προσκαλούνται στην Αλβανία για να αποτρέψουν πιθανή εισβολή των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων, που επίσης ο Τίτο και ο Δημητρώφ με τη συμφωνία του Μπλεντ, τον Αύγουστο του 1947, έχουν δρομολογήσει μια ανάλογη διαδικασία προϊούσας ομοσπονδιοποίησης μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας, που τέλος ο δεύτερος έχει κάνει και δημόσιες δηλώσεις στο Βουκουρέστι υπέρ μιας Ομοσπονδίας της Ανατολικής Ευρώπης, στην οποία, αν ήθελε, θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η Λαϊκή Δημοκρατία της Ελλάδας. Ο Στάλιν, εξοργισμένος από την ανάληψη πρωτοβουλιών χωρίς τον έλεγχό του και από τη δυναμική δημιουργίας ενός ισχυρού βαλκανικού κομμουνιστικού κέντρου, επιπλήττει με σκαιότητα και τον Δημητρώφ, την επιστροφή του οποίου στη Βουλγαρία είχε παλιότερα απαγορεύσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, προκειμένου να μειώσει την ακτινοβολία του, αλλά και τους γιουγκοσλάβους για την προσέγγιση με την Αλβανία - τη στιγμή που, κατά την προηγούμενη επίσκεψή του, είχε πει στον κατάπληκτο Τζίλας, ωστόσο μάλλον για να τον παγιδεύσει με την σύνταξη εγγράφου αιτήματος, ότι «συμφωνούμε να καταβροχθίσει (!) η Γιουγκοσλαβία την Αλβανία».
Αυτή η υπονόμευση κάθε προσπάθειας για βαλκανική ομοσπονδία και η «εθνικοποίηση» του κομμουνισμού στα όρια των εθνών - κρατών δεν οφείλεται σε τίποτε ιδεολογικές εμμονές του Στάλιν. Σε κάποιο σημείο των συζητήσεων ο ίδιος αναφέρεται υποτιμητικά στην έννοια του έθνους, το χαρακτηρίζει «προϊόν του καπιταλισμού με δεδομένα χαρακτηριστικά» και το αντιπαραβάλλει με το λαό, δηλαδή τους εργαζόμενους που έχουν την ίδια γλώσσα και τον ίδιο πολιτισμό. Προκύπτει δηλαδή ότι αυτή η εθνικοποίηση ανταποκρινόταν απλά και μόνο στην προσπάθεια διατήρησης σιδηρού ελέγχου επί όλων των κομμουνιστικών κομμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι ύστερα από λίγους μήνες ο Δημητρώφ θα «ξεχάσει» το πρόσφατο παρελθόν του και θα ευθυγραμμιστεί στην καταγγελία του Τίτο και της Γιουγκοσλαβίας.
Διδακτικές ιστορίες ακόμα και σήμερα - ίσως κυρίως σήμερα, που γινόμαστε μάρτυρες ενός νέου ρεύματος σταλινολατρείας. Ίσως θάπρεπε να προσέξουμε λίγο περισσότερο τί έχει γράψει ο Μίλοβαν Τζίλας !

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

Βρότσλαβ 2016 : Η εμπειρία της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης


Στο στρατηγείο της ECoC 2016 με την Μάγδα
Μπαμπιζέφσκα, υπεύθυνη για τα διεθνή ΜΜΕ
     Μια αναγκαία εισαγωγή

Σ’ αυτή την πόλη εξοικειωθήκαμε την τελευταία διετία με τον όρο του τίτλου. Ενώ όμως περίσσεψαν οι επίσημες δηλώσεις στήριξης και τα … μπλουζάκια, επί της ουσίας δεν συζητήθηκαν ούτε η προετοιμασία της υποψηφιότητας των Ιωαννίνων για το 2021 ούτε τα αίτια της αποτυχίας της. Οι υπεύθυνοι του Δήμου Ιωαννιτών για τα πολιτιστικά απέφυγαν μετά βδελυγμίας το άνοιγμα της δημόσιας συζήτησης, φοβήθηκαν την απώλεια του μονοπωλίου και ούτε καν διανοήθηκαν τη δημιουργία μιας αυτόνομης δομής για την διεκδίκηση, ανέθεσαν έναντι αδρής αμοιβής την προετοιμασία του φακέλου της υποψηφιότητας σε μια, επίσης όχι και τόσο σχετική όπως αποδείχθηκε, ιδιωτική εταιρία και προσέλαβαν μια, καταξιωμένη ασφαλώς, σκηνοθέτη στη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή της υποψηφιότητας λες και το ζητούμενο ήταν μόνο η επάρκεια του καλλιτεχνικού προγράμματος.
Κι’ όμως η ουσία του θεσμού είναι η απάντηση στο ερώτημα πώς μια πόλη αφηγείται το παρελθόν της, σκηνοθετεί το παρόν της και σχεδιάζει το μέλλον της μέσα σ’ ένα πολυπολιτισμικό ευρωπαϊκό πλαίσιο. Αν ρίξουμε μια ματιά στο απορριπτικό σκεπτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης, το πρώτο του σημείο είναι ότι «το πρόγραμμα των Ιωαννίνων, από το οποίο απουσίαζε μια συνεκτική αφήγηση, ταίριαζε περισσότερο σε ένα ετήσιο πολιτιστικό φεστιβάλ».
Μοιραία επομένως ήρθε η αποτυχία της υποψηφιότητας, την οποία οι υπεύθυνοι αντιμετώπισαν με την παλιά και δοκιμασμένη συνωμοσιολογική συνταγή. Η σχετική συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο, η μοναδική δημόσια μετά από το φιάσκο, αναλώθηκε σε επιχειρήματα εναντίον της υποψηφιότητας της … Καλαμάτας, απολύτως ενδεικτική μιας νοοτροπίας που αναζητά στο παρασκήνιο τους όρους της επιτυχίας σ’ ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Έλα όμως που η Επιτροπή στην τελική φάση της επιλογής δεν προέκρινε την Καλαμάτα αλλά την Ελευσίνα και μάλιστα ομόφωνα ! Μια στιβαρή δηλαδή υποψηφιότητα, στηριγμένη και στην παράδοση των πολιτιστικών εκδηλώσεων εμβέλειας των τελευταίων χρόνων και στη δημιουργία ειδικού μηχανισμού στον Δήμο και πάνω απ’ όλα στον σεβασμό στον ρόλο των πολιτών (με εκτεταμένο διάλογο, έκδοση φυλλαδίου με αναλυτική παρουσίαση της φιλοσοφίας της υποψηφιότητας κλπ.).
Μακριά από μένα μια αμήχανη έως και αφελής κριτική, υποτίθεται από τα αριστερά, περί «πολιτισμού του καπιταλισμού», «υποτίμησης των κατοίκων προς όφελος των τουριστών» κλπ. Όχι μόνο επειδή η οικονομική είναι αυτονόητη διάσταση κάθε φιλόδοξης διοργάνωσης αλλά κυρίως επειδή η μείωση της απόστασης μεταξύ μόνιμου κατοίκου και επισκέπτη αποτελούσε και αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολιτισμού. Το ζήτημα είναι ποιού κατοίκου και ποιού επισκέπτη ! Και δεν είδα και πολλούς να ξιφουλκούν εναντίον του εξωστρεφούς και οικονομικού χαρακτήρα λ.χ. του πολύ λιγότερο «πολιτιστικού» καρναβαλιού της Πάτρας, η δημοτική αρχή της οποίας πρόσκειται στο ΚΚΕ.
Η κληρονομιά του Βρότσλαβ
Τούτων δοθέντων οι εντυπώσεις μου τόσο από την επίσκεψη στο πολωνικό Βρότσλαβ, ευρωπαϊκής πολιτιστικής πρωτεύουσας, μαζί με το Σαν Σεμπαστιάν, για το 2016, όσο και από την παρακολούθηση της ετήσιας πορείας της διοργάνωσης παρουσιάζουν, για όσους/ες τουλάχιστον ενδιαφέρονται για άσκηση πολιτικής και όχι για πολιτικαντισμούς ή αρπαχτές, αναμφίβολο ενδιαφέρον.
Το κείμενο διεκδίκησης της υποψηφιότητας κατ’ αρχήν : «Το Βρότσλαβ πήρε μέρος στη διεκδίκηση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2016, επειδή έχει μια ιστορία να διηγηθεί. Μιά ιστορία ασυνήθιστη, τραγική και συναρπαστική». Πράγματι, η πρωτεύουσα της Κάτω Σιλεσίας, αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της ιστορίας της Κεντρικής Ευρώπης σύμφωνα με το βιβλίο «Μικρόκοσμος» των ιστορικών Νόρμαν Νταίηβις και Ρότζερ Μουρχάους, έχει διανύσει μια πολυτάραχη διαδρομή, εναλλάσσοντας εποχές μεγαλείου και παρακμής. Στην πραγματικότητα μετά από τον 13ο αιώνα ουδέποτε αποτέλεσε πολωνικό έδαφος, περνώντας διαδοχικά σε βοημικά, αυστριακά και κυρίως πρωσικά και γερμανικά χέρια, ούτε και το νεοσύστατο πολωνικό κράτος είχε ποτέ διεκδικήσει την πόλη μέχρι το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Μπρεσλάου, όπως είναι η γερμανική του ονομασία, ήταν από τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα του Τρίτου Ράϊχ, αριθμώντας ήδη το 1939 700 χιλιάδες κατοίκους, περισσότερους δηλαδή από τις σημερινές 630, και διατηρώντας ένα σαφή γερμανικό χαρακτήρα. Καθώς όμως ο Στάλιν αποφάσισε να προσαρτήσει στην ΕΣΣΔ ένα μεγάλο κομμάτι της ανατολικής Πολωνίας και να το αντικαταστήσει εν μέρει με γερμανικά εδάφη στα δυτικά, η ερειπωμένη από τις πολεμικές συγκρούσεις πόλη βίωσε μια σχεδόν ολοκληρωτική αλλαγή της πληθυσμιακής της σύνθεσης, αφού στα 8.000 θύματα του ναζιστικού Ολοκαυτώματος προστέθηκαν οι εκατοντάδες χιλιάδες γερμανοί φυγάδες, που αντικαταστάθηκαν από Πολωνούς πρόσφυγες των ενσωματωμένων στη σοβιετική Ουκρανία ανατολικών εδαφών, φοβισμένους, ανασφαλείς και σίγουρους ότι οι Γερμανοί πρόκειται σύντομα να διεκδικήσουν πίσω την πόλη. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στην εκκενωμένη από τον πληθυσμό της Σιλεσία εγκαταστάθηκε και ένα σημαντικό τμήμα των Ελλήνων προσφύγων του Εμφυλίου.
Το πιο σημαντικό είναι ότι το Βρότσλαβ αποφάσισε να αφηγηθεί αυτή την πολυκύμαντη ιστορία χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, να αποδεχθεί και να αναδείξει παράλληλα και την γερμανική και την εβραϊκή του κληρονομιά, στις οποίες εξάλλου, μεταξύ των άλλων, οφείλει τα περισσότερα από τα 10 συνολικά βραβεία Νόμπελ, που κατέκτησαν συνεργάτες του ιστορικού Πανεπιστημίου του με τους 40.000 φοιτητές αλλά και το μοναδικό μνημείο, που είναι σήμερα ενταγμένο στη σχετική λίστα της Unesco, τη σάλα της εκατονταετηρίδας (Hala Stulecia), ένα υπόδειγμα μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής, που οι αρχές της τότε αυτοκρατορικής Γερμανίας εγκαινίασαν το 1913, στην επέτειο των 100 χρόνων από τη μάχη της Λειψίας. Και είναι επίσης σημαντικό ότι μια προνομιακή θέση στις διεθνείς συνεργασίες της διοργάνωσης είχαν το Βερολίνο και το Λβοφ της Δυτικής Ουκρανίας, από όπου μεταφέρθηκε όχι μόνο η πλειοψηφία των σημερινών κατοίκων της πόλης αλλά και ο τεράστιος, μήκους 140 και ύψους 15 μέτρων, πανοραμικός πίνακας της μάχης του Ρακλάβιτσε, στην οποία οι Πολωνοί επαναστάτες υπό τον Ταντέους Κοτσιούσκο νίκησαν τον υπέρτερο τσαρικό στρατό στην επανάσταση του 1794.
Μια αποτίμηση της διοργάνωσης
Ας ξεκινήσουμε με τους αριθμούς : Το EcOC Wroclaw 2016 έκλεισε με 2.000 πολιτιστικά γεγονότα, στα οποία πήραν μέρος 170.000 δημιουργοί και καλλιτέχνες και τα παρακολούθησαν 5.200.000 θεατές. Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι η πόλη ψηφίστηκε φέτος μεταξύ των ανερχόμενων τουριστικών προορισμών της Ευρώπης στις σχετικές ηλεκτρονικές ψηφοφορίες των ταξιδιωτικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Απασχόλησε 150 εργαζόμενους και 2.000 εθελοντές και προχώρησε στη ριζική ανανέωση του αρχιτεκτονικού αποθέματος με 30 καινούργια κτίρια και δημόσιους χώρους αλλά και στην έκδοση, μόνο μέχρι στιγμής, 70 βιβλίων. Εκτιμάται επίσης ότι προκάλεσε περί τα 100.000 δημοσιεύματα στον παγκόσμιο τύπο με το παρόν να είναι ένα από τα τελευταία.
Είναι φυσικά αδύνατο να γίνει αναλυτική περιγραφή και αξιολόγηση της εμβέλειας των εκδηλώσεων. Ωστόσο, αν χρειάζεται μια ειδική αναφορά σε κάποιο τομέα, αυτός είναι η αρχιτεκτονική, όχι τόσο επειδή ένα από τα κεντρικά συνθήματα της διοργάνωσης «χώροι ομορφιάς σε δράση» (spaces of beauty : in action) περιείχε την ειδική αναφορά σ’ αυτή όσο κυρίως επειδή με 13 μεγάλα πρότζεκτς και πολλές ειδικές εκθέσεις το Βρότσλαβ χαρακτηρίστηκε ως η πολιτιστική πρωτεύουσα με τη μεγαλύτερη έμφαση στην αρχιτεκτονική στην ιστορία του θεσμού.
Κατά τα λοιπά σταχυολογώ :
- την παράλληλη ανακήρυξη της πόλης ως παγκόσμιας πρωτεύουσας του βιβλίου από την Unesco για το έτος 2016-17, που σχετίστηκε με 37 επιμέρους προγράμματα και φεστιβάλ, ανάμεσα στα οποία το ήδη καθιερωμένο της αστυνομικής λογοτεχνίας (οι λάτρεις του είδους μπορείτε να αναζητήσετε τις μεταφρασμένες στα ελληνικά και τοποθετημένες στο προπολεμικό Μπρεσλάου ιστορίες του Μάρεκ Κραγιέφσκι), και με το άνοιγμα του μουσείου Παν Ταντέους, από το ομώνυμο εμβληματικό ποίημα του θεωρούμενου εθνικού λογοτέχνη Άνταμ Μίκιεβιτς
- 60 μεγάλα μουσικά γεγονότα σε παλιούς και καινούργιους συναυλιακούς χώρους, ανάμεσα στα οποία τα προϋπάρχοντα 8 διεθνή φεστιβάλ της πόλης, με πιο γνωστά την ετήσια χορωδιακή συνάντηση Βρατισλάβια και το φεστιβάλ τζαζ στον ποταμό Όντρα (Όντερ) -  διότι είπαμε, η ανάληψη φιλόδοξων εκδηλώσεων προϋποθέτει και την ανάλογη παράδοση. Η πολιτιστική πρωτεύουσα προσέθεσε καινούργια ενώ θα μνημονεύσω και την εναρκτήρια συναυλία προς τιμή της Μελίνας Μερκούρη και του Γιάννη Ξενάκη.
- 50 θεατρικά πρότζεκτς με πιο σημαντική την 7η Θεατρική Ολυμπιάδα με τη συμμετοχή του Θεόδωρου Τερζόπουλου αλλά και σχημάτων από την Ελλάδα μεταξύ των 18 χωρών προέλευσης, παραστάσεις όπερας, και κλασικής αλλά και της ισπανικής θαρθουέλα, και πολλά μεγάλα κινηματογραφικά γεγονότα, μεταξύ των οποίων η λαμπρή τελετή απονομής των ευρωπαϊκών Όσκαρ αλλά και τα αφιερώματα στη σχέση κινηματογράφου - μουσικής ή στο σινεμά άλλων χωρών, όπως των γειτονικών Τσεχίας και της Ουκρανίας.
- έναν απίστευτο πλούτο εικαστικών γεγονότων σε 54 συνολικά μεγάλα προγράμματα με αντίστοιχη έκδοση 16 λευκωμάτων. Στην κατηγορία αυτή θα συμπεριλάβω, παραβλέποντας το ερώτημα αν πρόκειται περί τέχνης ή όχι, την έκθεση, που προσωπικά με εντυπωσίασε, για τη μόδα της, με ή χωρίς εισαγωγικά, κομμουνιστικής Πολωνίας από το 1944 μέχρι το 1989 στο Εθνικό Μουσείο της πόλης. Η ανάδειξη της κοινωνικής σημασίας της τόσο για το καθεστώς, που κάποια στιγμή με την ίδρυση της «Μoda Ρolska» προσπάθησε να διαμορφώσει ένα ιδιαίτερο «εθνικό» στυλ, όσο και για τις ίδιες τις Πολωνέζες γυναίκες, που βρήκαν σ’ αυτήν μια διέξοδο ελευθερίας, καταδεικνύει τους πολλούς τρόπους, με τους οποίους μπορεί κανείς να αφηγηθεί την ιστορία. 
- δεκάδες μικρότερης εμβέλειας προγράμματα, από την προώθηση του καλλιτεχνικού δυναμικού της Σιλεσίας στη διεθνή σκηνή μέχρι ένα πανευρωπαϊκό γαστρονομικό φεστιβάλ και από τις αρχιτεκτονικές και εικαστικές παρεμβάσεις στους υπαίθριους πίσω χώρους των οικοδομικών συγκροτημάτων μέχρι την ανάδειξη της διασποράς της πόλης στον κόσμο. Από την εξίσου πολύ ενδιαφέρουσα σειρά εκδηλώσεων από όλες τις εθνικές/πολιτισμικές ομάδες, που ζουν και δραστηριοποιούνται σ’ αυτήν, σημειώνω πάντως την απουσία της ελληνικής, αν και όλοι σχεδόν οι υπεύθυνοι, με τους οποίους συνομίλησα, μου είπαν ότι γνώριζαν Έλληνες, με τους οποίους μεγάλωσαν μαζί.
Η προστιθέμενη αξία και για την πόλη και για ολόκληρη τη Σιλεσία αφορά φυσικά τη συμμετοχή, την εξοικείωση και την δραστηριοποίηση των πολιτών. Παρά τα εντυπωσιακά ποσοστά αποδοχής και συμμετοχής, είναι ασφαλώς νωρίς για να αξιολογηθεί το αποτύπωμα στην μελλοντική πολιτιστική παραγωγή της πόλης και η καθιέρωσή της στον διεθνή χάρτη, κάτι που πάντως έχουν κατορθώσει και η Γλασκώβη και η Λιλ, τα πιο επιτυχημένα παραδείγματα στην ιστορία του θεσμού της πολιτιστικής πρωτεύουσας. Το σίγουρο είναι ότι ένα σημαντικό κομμάτι των εκδηλώσεων αφιερώθηκε σε εκπαιδευτικά προγράμματα, κυρίως για παιδιά, και ότι η συμμετοχή των πολιτών ενθαρρύνθηκε και θεσμικά, με την καθιέρωση βραβείων και την παραχώρηση χώρων και βήματος για τη φιλοξενία όλων των πρωτοβουλιών «από τα κάτω».
Ένα ακόμη ενδιαφέρον κεφάλαιο είναι η σχέση της διοργάνωσης με την δεξιά έως ακροδεξιά κυβέρνηση της χώρας, που ανέλαβε την εξουσία τον Οκτώβριο του 2015. Παρά το πρόσφατο της εκλογικής της νίκης, άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά τα σφυρίγματα αποδοκιμασίας, μόλις ανακοινώθηκε ο χαιρετισμός του Υπουργού Πολιτισμού σε μια συναυλία εβραϊκής μουσικής στην ανακαινισμένη Συναγωγή του Λευκού Πελαργού του 1829, το παράξενο όνομα της οποίας οφείλεται στο προϋπάρχον ομώνυμο πανδοχείο. Φαίνεται πως το μεγάλο κύμα διαδηλώσεων υπέρ των δημοκρατικών ελευθεριών, που ξέσπασε προς το τέλος κυρίως του χρόνου στην Πολωνία (για την υπεράσπιση της ελευθεροτυπίας, κατά της απαγόρευσης των αμβλώσεων κλπ.) και είτε μας αρέσει είτε όχι εκδηλώθηκε στο όνομα των ευρωπαϊκών αξιών και πολύ συχνά με σημαίες της Ε.Ε., κυοφορήθηκε για αρκετούς μήνες και οι εκδηλώσεις της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας αποτέλεσαν ευνοϊκό περιβάλλον. Ούτως ή άλλως το Βρότσλαβ έχει παράδοση στην κοινωνική ανυπακοή και το σήμα κατατεθέν και περισσότερο φωτογραφημένο αξιοθέατο της πόλης, τα μικροσκοπικά αγάλματα των νάνων, που βλέπεις να ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιά, έλκουν την καταγωγή από το αντιπολιτευτικό κίνημα της δεκαετίας του ’80.  
Μετά από όλα αυτά μπορούμε να κατανοήσουμε τον ενθουσιασμό του διάσημου Γερμανού σκηνοθέτη και Προέδρου της Ακαδημίας Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου Βιμ Βέντερς, ο οποίος, κατά την τελετή απονομής των ευρωπαϊκών Όσκαρ στις 10 Δεκεμβρίου και λίγο πριν από την ολοκλήρωση του ετήσιου κύκλου των εκδηλώσεων, δήλωσε ότι «το Βρότσλαβ θα παραμείνει πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για πάντα » !
 
Πρώτη δημοσίευση     Ηπειρωτικός Αγών http://www.agon.gr/news/157/ARTICLE/35543/2017-01-03.html  
 

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Μπροστά σε μια νέα άνοιξη των κινημάτων του νερού ;

  Η αλήθεια είναι ότι για πρώτη φορά ύστερα από 2 ½ χρόνια και το μεγάλο δημοψήφισμα της Θεσσαλονίκης τα ελληνικά μέτωπα του νερού παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη κινηματική κινητικότητα. Εκδηλώσεις και συζητήσεις διοργανώνονται σε μια σειρά από πόλεις και συνοικίες της Αθήνας, η Πανελλαδική συμμαχία για το Νερό αναβίωσε ύστερα από μεγάλο διάστημα αδράνειας ενώ δεν λείπουν ούτε οι ακτιβιστικές δράσεις, όπως η ματαίωση της Γ.Σ. της ΕΥΔΑΠ με αντικείμενο τη λεηλασία των αποθεματικών της και τη διανομή μερίσματος στους σημερινούς μετόχους.
  Η δρομολόγηση της ιδιωτικοποίησης των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης - αποχέτευσης, της αθηναϊκής ΕΥΔΑΠ και της θεσσαλονικιώτικης ΕΥΑΘ, με την υπαγωγή τους στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων και το συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, που προβλέπει το κυβερνητικό σενάριο των ΣΔΙΤ, αποδείχτηκε ασφαλώς αναγκαία συνθήκη αυτής της αφύπνισης. Όχι όμως από μόνη της και ικανή, καθώς στις αιτίες της θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και ορισμένους υποκειμενικούς παράγοντες.
  Ο βασικότερος είναι η ωρίμανση και συνειδητοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος των εργαζόμενων στις δύο εταιρίες. Και αν για τον Σύλλογο των εργαζόμενων της Θεσσαλονίκης αυτό είχε σ’ ένα βαθμό κατακτηθεί μέσα από την εμπειρία του αγώνα για το δημοψήφισμα, στην περίπτωση της Αθήνας κομβικής σημασίας ήταν η ενεργοποίηση του ΣΕΚΕΣ (Συμμετοχικό Ενωτικό Κίνημα Εργαζόμενων & Συνταξιούχων ΕΥΔΑΠ), μιας συλλογικότητας, που δεν αποτελεί παράταξη και δεν παλεύει συνδικαλιστικά αιτήματα αλλά μάχεται για την κατοχύρωση του νερού ως κοινωνικού αγαθού και δικαιώματος. Η στοχοθεσία αυτή επηρέασε το πιο πρωτοπόρο κομμάτι του συνδικαλιστικού κινήματος της ΕΥΔΑΠ και διευκόλυνε τη συνάντηση με τις κινηματικές κοινωνικές πρωτοβουλίες.
  Και υπάρχουν πολλές απ’ αυτές σε ολόκληρη την Ελλάδα ! Η 3η Πανελλαδική Συνάντηση κινημάτων και συλλογικοτήτων για το νερό της Πανελλαδικής Συμμαχίας (οι 2 προηγούμενες συναντήσεις έγιναν το 2014 στη Θεσσαλονίκη και τον Βόλο), που διοργανώθηκε με πρωτοβουλία του ΣΕΚΕΣ στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου, έδωσε την ευκαιρία της ευρύτατης ανταλλαγής απόψεων μεταξύ ανθρώπων από όλη την Ελλάδα, της δρομολόγησης κοινών δράσεων ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των εταιριών ύδρευσης, ενάντια στις νεοφιλελεύθερες εμπορικές συμφωνίες TTIP, CETA και TISA, για την κατοχύρωση συνταγματικού δικαιώματος στο νερό αλλά και για την ενίσχυση τοπικών αγώνων και πρωτοβουλιών.
  Ας επισημάνουμε δύο καίρια σημεία, όπως αυτά προκύπτουν και από το κείμενο της τελικής απόφασης της Πανελλαδικής συνάντησης :
  α) Η δημιουργία του μετώπου ενάντια στην ιδιωτικοποίηση δεν σημαίνει και αποδοχή του κρατικού μοντέλου διαχείρισης, με την έρπουσα ιδιωτικοποίηση των υπεργολαβιών, την αδιαφάνεια και τις πελατειακές σχέσεις κάθε μορφής. Αντίθετα η έννοια του κοινωνικού αγαθού, του «κοινού», προϋποθέτει τη διαφάνεια και την λογοδοσία και κυρίως τρόπους συμμετοχής της κοινωνίας στη διαχείριση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης. Πρόκειται για μια παλιά συζήτηση γύρω από την έννοια του «δημόσιου χαρακτήρα», καθώς στην ελληνική γλώσσα η έννοια αυτή χρησιμοποιείται υπό διπλή σημασία, και του «κρατικού» και του «κοινωνικού» (αντίθετα στην αγγλική χρησιμοποιούνται διαφορετικές έννοιες, public στην πρώτη περίπτωση και commons στη δεύτερη). Η απόφαση τάσσεται υπέρ της θεσμικής κατοχύρωσης και της δημοτικής, της συνεργατικής και της συνεταιριστικής ιδιοκτησίας των φορέων διαχείρισης του νερού.
  β) Η υπεράσπιση των δημόσιων δικτύων ύδρευσης δεν σημαίνει και αποδοχή της τεχνοκρατικής ιδεολογίας των «μεγάλων έργων» αλλά αντίθετα ως ορθολογική διαχείριση θεωρείται η θεσμοθέτηση βιώσιμων πρακτικών, που θα προστατεύουν την οικολογία των υδατικών κύκλων, θα απορρίπτουν τις φαραωνικές κατασκευές και θα προκρίνουν λύσεις προστιθέμενης οικολογικής αξίας, μικρής τοπικής κλίμακας και χαμηλού οικονομικού και κοινωνικού κόστους. Κρίσιμη είναι εδώ η έννοια της συνολικής προστασίας του υδατικού κύκλου της φύσης.
  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η απόφαση, «το νερό είναι κοινό αγαθό, δεν είναι εμπόρευμα και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο οποιασδήποτε μορφής κερδοσκοπίας. Το νερό είναι ζωτικής σημασίας για όλα τα έμβια όντα και τα οικοσυστήματα. Δεν είναι αποθήκη ενέργειας για «πράσινη» και ιδίως χρηματιστηριακή εκμετάλλευση».
  Ασφαλώς υπάρχουν πολλά ακόμη να ξεκαθαριστούν και κυρίως να γίνουν. Από τα μέτωπα στην ιδιωτικοποίηση των φυσικών αποθεμάτων του πόσιμου νερού από τις εταιρίες εμφιάλωσης μέχρι την αμφισβήτηση της περιβόητης «ανάκτησης κόστους» και από την ανάπτυξη αγώνων υπεράσπισης των επιφανειακών υδάτων από την υποβάθμιση, την λεηλασία, την φραγματοποίηση και τις εκτροπές μέχρι τη διεκδίκηση ενός ανοιχτού και δημοκρατικού διαλόγου για τα επόμενα Διαχειριστικά Σχέδια των Υδατικών Διαμερισμάτων της χώρας. Σε κάθε περίπτωση όμως, στην Πανελλαδική Συνάντηση δεν «κάναμε μια τρύπα στο νερό», ούτε «γίναμε άνω ποταμών» αλλά «μπήκε το νερό στο αυλάκι» !
  Πολύ σημαντικές είναι εξάλλου και οι διεθνείς εξελίξεις και μια σειρά από νίκες, που κατακτούν τα κινήματα του νερού το τελευταίο διάστημα. Ενδεικτικά :
  • η ματαίωση της διέλευσης του πετρελαϊκού αγωγού από τα εδάφη και τις πηγές των Ινδιάνων Σιού στη Βόρεια Ντακότα των ΗΠΑ
  • η δημοτικοποίηση του δικτύου ύδρευσης της Βαρκελώνης ύστερα από σχεδόν 130 χρόνια ιδιωτικής διαχείρισης
  • η κατοχύρωση του δικαιώματος στο νερό στο Σύνταγμα της Σλοβενίας
  • και η προκήρυξη δημοψηφίσματος στην Ιρλανδία, που επέβαλε το κίνημα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση.
 
πρώτη δημοσίευση "Κόκκοι" http://kokkoi.gr/?p=33 

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Και όχι μόνο η Βαρκελώνη ...



  Η ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης ήταν ένα από τα μεγάλα στοιχήματα των τελευταίων δεκαετιών για το κεφάλαιο και το κράτος υπό τις διάφορες αποκεντρωμένες εκδοχές του, κυρίως τους Δήμους. Προσδοκώντας μείωση των χρεών, αύξηση της αποτελεσματικότητας και εισαγωγή νέων τεχνολογιών, πολλές τοπικές αρχές σ’ όλο τον κόσμο προχώρησαν στην ιδιωτικοποίηση των δικτύων του πόσιμου νερού και της αποχέτευσης είτε στο σύνολο του ποσοστού ιδιοκτησίας είτε με τη μορφή των ΣΔΙΤ, τη συνεργασία δηλαδή με κάποιον στρατηγικό επενδυτή.
Τα αποτελέσματα κατέδειξαν πανηγυρικά όχι μόνο την παταγώδη αποτυχία αυτών των στόχων αλλά και τον περιορισμό του δικαιώματος των πολιτών στην πρόσβαση στο πόσιμο νερό, την αύξηση των τελών και σε πολλές περιπτώσεις την πτώση της ποιότητάς του. Δεν αρκούσαν όμως μόνο οι απτές αποδείξεις για την αντιστροφή της πορείας. Τον καταλύτη αποτέλεσε η ανάπτυξη τοπικών κινημάτων, οι διαδηλώσεις, τα δημοψηφίσματα και οι αποφάσεις συλλογικών οργάνων. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 η αντίθετη τάση της επιστροφής του νερού σε «δημόσια χέρια» αρχίζει να κατακτά τις πρώτες της νίκες και να εγγράφει τη διαχείριση του νερού στις πάνω σειρές της πολιτικής ατζέντας. Μέσα σε μια 15ετία έχουν καταγραφεί 235 περιπτώσεις επαναδημοτικοποίησης των υπηρεσιών ύδρευσης/αποχέτευσης σε 37 χώρες, που αφορούν πάνω από 100 εκατομμύρια πολίτες κι’ ανάμεσά τους αυτούς μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, όπως του Βερολίνου, του Παρισιού και της Βουδαπέστης.
  Βεβαίως οι στόχοι αυτού του παγκόσμιου κινήματος δεν περιορίζονται στο θέμα της δημόσιας/δημοτικής ιδιοκτησίας. Απαιτεί διαφάνεια και κοινωνική λογοδοσία στη διαχείριση και θέτει το ζήτημα του δημοκρατικού ελέγχου και της συμμετοχής των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων ενώ δεν λείπουν και χιλιάδες παραδείγματα συνεταιριστικής ιδιοκτησίας και διαχείρισης.
  Είναι λοιπόν προφανές ότι η επιλογή της ημέτερης «πρώτη φορά Αριστεράς» να προχωρήσει, μέσω του Υπερταμείου Ιδιωτικοποιήσεων, τα ΣΔΙΤ των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης/αποχέτευσης της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης όχι μόνο αντιστρατεύεται τις πάγιες έως πολύ πρόσφατα θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο προδίδει τον προ διετίας μεγάλο αγώνα της Θεσσαλονίκης αλλά κινείται, ακόμα και με όρους τεχνοκρατικής αποτελεσματικότητας, στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που υποδεικνύει η διεθνής εμπειρία. Προφανώς η ανάπτυξη ενός μεγάλου κινήματος ενάντια στην εκποίηση της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ αποτελεί αναγκαιότητα.
  Είναι προς το παρόν άγνωστες οι προθέσεις των "επενδυτών" για τις αντίστοιχες δημοτικές επιχειρήσεις των μεγάλων ελληνικών πόλεων. Εννοείται βέβαια ότι το αίτημα του κοινωνικού ελέγχου είναι και εδώ αναγκαίο. Και ειδικά στην περίπτωση της ΔΕΥΑ Ιωαννίνων με τις αλχημείες στις μετρήσεις των υδρομέτρων και την έκδοση των λογαριασμών με στόχο την τεχνητή αύξηση της τιμής είναι και επείγον. Και ας μην ξεχνάμε ούτε το σκάνδαλο της υπερχλωρίωσης του νερού πάνω από τα νόμιμα όρια το 2003 ούτε το προσφυές σύνθημα της εποχής "νερό της ΔΕΥΑΙ στείλτε στο Ιράκ - να πιούν οι Αμερικάνοι να πάθουν πατατράκ".
  Επιστρέφοντας πάντως στη μεγάλη εικόνα, ας αντλήσουμε διδάγματα από την περίπτωση της Βαρκελώνης, το Δημοτικό Συμβούλιο της οποίας αποφάσισε στις 4 Δεκεμβρίου την επαναδημοτικοποίηση, ή πιο σωστά την άμεση δημόσια διαχείριση του υδάτινου κύκλου, ύστερα από πρόταση της παράταξης “Barcelona En Comu”. Ούτε λίγο ούτε πολύ η ιδιωτική διαχείριση του νερού της πόλης χρονολογείται από το μακρινό 1859 και την πρώτη φάση της βιομηχανικής της ανάπτυξης ενώ τα τελευταία χρόνια ελεγχόταν, με τη μέθοδο των θυγατρικών εταιρικών σχημάτων, από τη μεγαλύτερη ιδιωτική εταιρία νερού της Ισπανίας, την Agbar, η οποία μπορεί να σε αρκετές περιπτώσεις να λειτούργησε αυθαίρετα, όπως έκρινε τον Μάρτιο το Ανώτατο Δικαστήριο της Καταλωνίας, μπορεί να απέτυχε στα αποτελέσματα -το 2008 χρειάστηκε μέχρι και μεταφορά νερού με δεξαμενόπλοια για να αντιμετωπιστεί η λειψυδρία- όχι όμως και στα κέρδη, καθώς οι λογαριασμοί του νερού είχαν αυξηθεί κατά 85% τα 10 τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της παράταξης, οι λογαριασμοί του νερού μπορούν να μειωθούν άμεσα κατά 10% ενώ το υπεράνω υποψίας για αριστερή ιδεοληψία Ελεγκτικό Συνέδριο της Ισπανίας έχει εκτιμήσει ότι γενικά η δημόσια διαχείριση είναι φθηνότερη κατά 18%, οι ζημίες είναι λιγότερες κατά 23% και οι επενδύσεις περισσότερες κατά 18%.
  Και στη γειτονική Πορτογαλία όμως το μέτωπο του νερού στις 9 Δεκεμβρίου κέρδισε μια σημαντική νίκη με την απόφαση της δημοτικής αρχής της Μάφρα να αποκρούσει τον εκβιασμό της ιδιωτικής εταιρίας για αύξηση των τιμών κατά 30% και να αποφασίσει την επαναδημοτικοποίηση της διαχείρισης του νερού. Πρόκειται για ένα σημαντικό συμβολισμό, καθώς αυτή ήταν η πρώτη πορτογαλική πόλη, που πριν από 22 χρόνια είχε υποκύψει στα θέλγητρα της ιδιωτικοποίησης.
  Οι εξελίξεις είναι επομένως πυκνές και αξιοποιήσιμες.
 

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Μια σύντομη "ιδεολογική" ιστορία της Εγνατίας οδού


Πριν από λίγες μέρες διοργανώθηκε στα Γιάννενα μια εκδήλωση από τον Σύλλογο των 200 περίπου εργαζόμενων, καθώς οι εργασίες συντήρησης γίνονται με εργολαβίες, της Εγνατίας οδού (Σ.Ε.Τ.Ε.Ο.), στα πλαίσια του αγώνα, που διεξάγουν ενάντια στην εκχώρηση/ιδιωτικοποίηση της συγκεκριμένης δημόσιας υποδομής. Ενώ όμως τα στοιχεία, που παρουσίασε η αντιπροσωπεία των εργαζόμενων, είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, η διατυπωθείσα επιχειρηματολογία επιφύλαξε μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη. Υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό την οικονομίστικη λογική της Κυβέρνησης, μας πληροφόρησαν ότι, αυξάνοντας τον αριθμό και την τιμή των διοδίων, το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να αποκομίσει κέρδη πολύ μεγαλύτερα από τα ήδη εξασφαλισμένα σήμερα και επομένως να εξυπηρετήσει καλύτερα το δημόσιο χρέος από ό,τι με την παραχώρηση «κοψοχρονιά» σε ιδιώτη επενδυτή.
Δεν πρόκειται μόνο για την αυταπάτη ότι η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα συνδιαλέγονται με ορθολογικά επιχειρήματα περί δημοσίου συμφέροντος και την παραγνώριση της πραγματικότητας ότι η Εγνατία πωλείται ακριβώς επειδή είναι, και μπορεί να γίνει ακόμα περισσότερο, κερδοφόρα. Το πιο σοβαρό είναι ότι απ’ αυτό τον λογαριασμό απουσιάζει εντελώς το δικαίωμα των πολιτών στη γρήγορη, ασφαλή και οικονομική μετακίνηση σε ένα δρόμο, που έχει κατασκευαστεί με τα δικά του χρήματα όπως και με αυτά των Ευρωπαίων πολιτών. Έτσι όμως ο δημόσιος χαρακτήρας περιορίζεται σε απλό κέλυφος ερήμην των κοινωνικών αναγκών, η, θεμιτή σε κάθε περίπτωση, υπεράσπιση της απασχόλησης και των εργασιακών δικαιωμάτων εκπίπτει σε συντεχνιακή λογική, με δυο λόγια το μέσο «καταπίνει» τον σκοπό. Το μέτρο σύγκρισης, για τους εργαζόμενους τουλάχιστον, δεν πρέπει να είναι ο ήδη ιδιωτικοποιημένος και πανάκριβος ΠΑΘΕ των εθνικών εργολάβων αλλά οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι, στους οποίους οι πολίτες δεν πληρώνουν διόδια !
Ούτως ή άλλως πάντως ο δρόμος έχει ένα πλούσιο ιστορικό διαστρεβλώσεων του σκοπού μιας συγκοινωνιακής υποδομής να συμβάλει στην εξυπηρέτηση και τη μετακίνηση των πολιτών – και των εμπορευμάτων βεβαίως. Η Εγνατία ήταν πάντα το μέσο, όμως για ποιόν ακριβώς σκοπό ; Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ξετυλίξουμε το κουβάρι των πολλαπλών σκοπιμοτήτων και ιδεολογικών της χρήσεων :
-          Ο τοπικισμός. Η αρχική σύλληψη, στη διάρκεια της χούντας, για την κατασκευή ενός οριζόντιου, δυτικού - ανατολικού οδικού άξονα κατά μήκος των βορείων συνόρων της χώρας προέβλεπε τη διέλευσή του, στο τμήμα της Ηπείρου, από την Κόνιτσα και την κοιλάδα του Σαραντάπορου. Με τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους όμως, οπότε το σενάριο προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ε.Ε., το ίδρυμα "Εγνατία" του ευρύτερου περιβάλλοντος Αβέρωφ άδραξε το 1991 την ευκαιρία και υπέβαλε μελέτες για την χρηματοδότηση ενός δρόμου, που θα περνούσε από το Μέτσοβο και σύντομα υιοθετήθηκε ως επίσημη ελληνική πολιτική. Έχω την αίσθηση ότι η κατασκευή με βάση τα αρχικά σχέδια θα ήταν τεχνικά και οικονομικά προσφορότερη αλλά αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο.
-          Η αντιοικολογική επιλογή. Η σιδηροδρομική επέκταση προς την ΒΔ Ελλάδα, ένα παλιό όνειρο από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη, είχε συμπεριληφθεί από το 1983 στο 15ετές πρόγραμμα του ΟΣΕ. Παρότι εξαγγέλθηκε από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις μετά από το 1990, ήταν από τότε σαφές ότι οι δύο υποδομές ήταν μεταξύ τους ανταγωνιστικές και η χρηματοδότηση της μιας σήμαινε εγκατάλειψη της άλλης. Και ενώ σε όλη σχεδόν την Ευρώπη τα διευρωπαϊκά δίκτυα αφορούσαν κυρίως επεκτάσεις και εκσυγχρονισμούς σιδηροδρομικών δικτύων, την επιστροφή δηλαδή του σιδηροδρόμου ως μέσου μαζικού, οικολογικού και ασφαλούς, στη χώρα μας τα ευάριθμα λόμπυ της αυτοκίνησης και της οδοποιίας ήταν πολύ ισχυρά.
-          Ο εθνικισμός. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 η Εγνατία αποτελούσε την περήφανη απάντηση του Ελληνισμού στις προκλήσεις των βορείων γειτόνων. Παρότι η λογική αυτή διαπερνούσε όλο το πολιτικό φάσμα, αν και με περισσότερη έμφαση το δεξιό τμήμα του, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν του Χαραλαμπίδη, μέλους τότε του ΕΓ του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος την είχε αποκαλέσει «ειρηνική αναπτυξιακή συνέχεια του 1912-13» και την είχε ορίσει ως λύση για την εθνική αναγέννηση του ελληνισμού κόντρα στο μυωπικό κράτος των Αθηνών !  Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι παρόμοια επιχειρηματολογία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση διατυπώνει σήμερα - αλλά όχι μόνο αυτή - η Χρυσή Αυγή.
Το ωραίο είναι ότι αυτό καθαυτό το όνομα "Εγνατία" συνιστά ελληνική λαθροχειρία. Ο συνώνυμος αρχαίος ρωμαϊκός δρόμος, που πήρε το όνομα του κατασκευαστή του, του ανθύπατου Μακεδονίας Γναίου Εγνάτιου, περνούσε από το Δυρράχιο, την Αυλώνα και την Οχρίδα, πριν διασχίσει το έδαφος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, δηλαδή πολύ βορειότερα από την Ηγουμενίτσα, τα Γιάννενα ακόμα και την Κοζάνη. Και τούτο γιατί πολύ απλά εκείνη ήταν η συντομότερη οδός σε ευθεία με το λιμάνι του Μπρίντιζι και το τέρμα της Αππίας οδού. Παρ’ όλα αυτά η γενικά ευαίσθητη σε κλοπές ονομάτων ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’90 όχι μόνο δεν σκοτίστηκε με ιστορικές λεπτομέρειες αλλά έσπευσε να ονομάσει το σχέδιο για την κατασκευή ενός βορειότερου οριζόντιου άξονα από το Δυρράχιο στην Κωνσταντινούπολη, πιο πιστού δηλαδή στο πρωτότυπο τουλάχιστον στο δυτικό του κομμάτι, "αντι-Εγνατία". Όλα εκείνα τα χρόνια της "εθνικής" πολιτικής ήταν γενικά αδιανόητο ότι θα χρειαζόμασταν τους βαλκάνιους γείτονες όχι μόνο για τη συντήρηση του δρόμου αλλά κυρίως για την επιβίωση του τουριστικού κλάδου στις παραλίες του βόρειου Αιγαίου και, εσχάτως και, του Ιονίου.
-          Τα λειτουργικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Μπροστά στην ανάγκη να απορροφηθούν άμεσα ευρωπαϊκά κονδύλια η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε τις μελέτες κυριολεκτικά στο πόδι ενώ και οι επόμενες κυβερνήσεις Παπανδρέου, Σημίτη και Καραμανλή κινήθηκαν με κριτήριο τις επιδιώξεις και την τεχνογνωσία, αρχικά πολύ περιορισμένη, των ελληνικών τεχνικών εταιριών, με αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις αλλά και την εμφάνιση, και από τότε και αργότερα, σημαντικών προβλημάτων. Έτσι, παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητα και την γενικά καλή εικόνα, δεν λείπουν ούτε κάποια επικίνδυνα τμήματα με αρκετές στροφές και έντονες κλίσεις - ακόμα και αν η πολύνεκρη καραμπόλα της Βέροιας το 2014 αποδίδεται σε εγκληματική αμέλεια της διαχείρισης - ούτε η ευπάθεια σε ακραίες καιρικές καταστάσεις. Χρειάστηκαν πολλές αντιδράσεις, ώστε ο δρόμος να κατασκευαστεί τελικά τετράιχνος και όχι δίιχνος σε όλο του το μήκος.

    Στην κοιλάδα της Δωδώνης χρειάστηκε επίσης να δώσουμε ένα σκληρό αγώνα από το 1995 μέχρι το 1998 προκειμένου να αλλάξει η χάραξη και να προστατευθεί το Δωδωναίο τοπίο, που προκάλεσε τη διεθνή υποστήριξη και ανάγκασε τον, άτεγκτο αρχικά, Λαλιώτη να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αρχίσει να οικειοποιείται την αλλαγή και να διαφημίζει, με περισσό θράσος, τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες του Υπουργείου του. Εννοείται τέλος ότι πολλές ενστάσεις για τους βιότοπους της αρκούδας αντιμετώπισαν την επίσημη χλεύη εναντίον όσων "νοιάζονται μόνο για τις αρκούδες" και αντιστρατεύονται το εθνικό συμφέρον.
-          Και ολίγος οπορτουνισμός. Από την άλλη πλευρά το ΚΚΕ επέδειξε μια αξιοζήλευτη ευελιξία στη θέση του απέναντι στη σημασία του έργου. Η τοποθέτηση κατά την περίοδο της κατασκευής ότι η Ε.Ε. και το διεθνές κεφάλαιο σαμποτάρουν την Εγνατία μεταβλήθηκε σε κριτική ότι είναι "δρόμος του κεφαλαίου" κατά την περίοδο της λειτουργίας της. Πιστεύω ότι ακόμα και ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί να κρίνει, σε ποιό βαθμό αυτή η μετατόπιση αποτελεί συνήθη αντιπολιτευτικό οπορτουνισμό και σε ποιό ιδεολογική επιλογή "όξυνσης της ταξικής πάλης". Υποψιάζομαι πάντως ότι η προοπτική της ιδιωτικοποίησης θα ενισχύσει τους θετικούς τόνους του κόμματος απέναντι στην Εγνατία αυτή καθαυτή, της οποίας την ιδιωτικοποίηση "επιβάλλει η Ε.Ε.".
 
       Απ' αυτή την πλούσια αφήγηση μικρών και μεγάλων διαστρεβλώσεων και ιδεολογικών χρήσεων ας κρατήσουμε πάντως τη μεγαλύτερη και χειρότερη : τον ισχυρισμό ότι η εκποίηση της Εγνατίας γίνεται για την εξυπηρέτηση δήθεν του δημόσιου χρέους. Γι’ αυτό και η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ, και ειδικά εκείνων των τέως λαλίστατων στελεχών και βουλευτών, που, όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση, μοίραζαν φυλλάδια στα διόδια, ξιφουλκούσαν ενάντια στο «ξεπούλημα» και έθεταν όλους προ των ευθυνών τους, ας κριθεί αναλόγως.