Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Ένα λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα - μέρος πρώτο


Είναι ώρα για ένα νοερό λογοτεχνικό ταξίδι στη Μαύρη Θάλασσα, ένα ταξίδι σε τόπους συγγραφέων αλλά και λογοτεχνικών ηρώων, που αυτοί δημιούργησαν. Φυσικά δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε χωρίς την υποστήριξη δύο θεμελιακών επιστημών για την πρόσληψη και την κατανόηση του κόσμου, την Ιστορία και τη Γεωγραφία. Το 1987 μάλιστα ο Μισέλ Φουκώ υποστήριξε μια βασική διάκριση ανάλογα με τον βαθμό επιρροής των δύο επιστημονικών κλάδων κατά τη σύγχρονη εποχή : ενώ ο 19ος αιώνας είχε εμμονή με την Ιστορία, ο 20ος έστρεψε σταδιακά όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον του προς τη Γεωγραφία. Σε κάθε περίπτωση πάντως η σύνδεση του χρόνου με τον χώρο προσφέρεται για την ανασύνθεση της ιστορίας των ιδεών. Γιατί στην πραγματικότητα αυτός είναι ο στόχος του ταξιδιού μας στη λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας, ο αναστοχασμός πάνω στη γέννηση, την εξέλιξη, τη μεταμόρφωση, την υλοποίηση αλλά και την παρακμή των ιδεών.  

 
 
 
Κριμαία, η συνάντηση με τον "άλλο"


Η ανατολική λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας κατά
τους χρόνους της Κλασσικής Αρχαιότητας
Η περιπλάνησή μας ξεκινάει στη χερσόνησο της Κριμαίας ή Ταυρική, όπως την ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες, όπου ο κορυφαίος Αθηναίος δραματουργός Ευριπίδης τοποθετεί την τραγωδία του «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Σας θυμίζω επί τροχάδην την πλοκή της. Πρωταγωνιστές είναι τα δύο αδέλφια της γνωστής οικογένειας των Ατρειδών, η Ιφιγένεια και ο Ορέστης – η πρώτη, αφού σώθηκε από τη θυσία της στην Αυλίδα χάρη στην επέμβαση της Αρτέμιδας, υπηρετεί πλέον ως ιέρεια στο ναό της Θεάς ενώ ο δεύτερος καταφθάνει μαζί με τον φίλο του Πυλάδη με στόχο να κλέψει το ιερό ξόανο της Θεάς, ώστε να γλυτώσει από τις Ερινύες, που τον κυνηγούν ως μητροκτόνο. Οι δύο φίλοι συλλαμβάνονται ως ιερόσυλοι και κατά τον τοπικό νόμο, αλλά και λόγω του μίσους που τρέφει ο βασιλιάς Θόας εναντίον των ξένων, πρόκειται να θυσιαστούν στη Θεά, αφού πρώτα εξαγνιστούν από την ιέρειά της. Στην εξέλιξη όμως τα δύο αδέλφια αναγνωρίζονται μεταξύ τους και αποφασίζουν να δραπετεύσουν, η Ιφιγένεια με την εξυπνάδα της εξαπατά τον Θόαντα και η μάχη στην ακρογιαλιά μεταξύ των φυγάδων και των Ταύρων κρίνεται, χάρη στην επέμβαση της Αθηνάς, υπέρ των πρώτων, που δραπετεύουν μαζί με το ξόανο και καθιερώνουν τη λατρεία της Αρτέμιδας στην Αττική.


Η τραγωδία, που κατά την επικρατούσα άποψη διδάχθηκε το 413 π.Χ., στη διάρκεια δηλαδή της Σικελικής εκστρατείας των Αθηναίων, εμπνέεται από την παλιότερη αποικιακή τους εξόρμηση στον Εύξεινο Πόντο και την επαφή με τους «άλλους», μ’ ένα κόσμο γεμάτο από ευκαιρίες αλλά και κινδύνους. Και ενώ η ματιά του αυτόπτη Ηροδότου ήταν θετική απέναντι στους νομαδικούς Σκύθες -ας μη λησμονούμε ότι πρώτοι αυτοί σταμάτησαν την περσική εξάπλωση, ενώ η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα έχει τεκμηριώσει την ύπαρξη προηγμένων θεσμών στην κοινωνική τους οργάνωση-, ο Ευριπίδης γράφει την «Ιφιγένεια» μετά από την εμπειρία των Περσικών πολέμων, που σηματοδότησε μια μεγάλη νοηματική τομή στην ιστορία του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, την επινόηση του «βαρβάρου». «Ξένη τώρα στ’ άξενα του Πόντου τ’ άγρια μέρη», θρηνεί σε κάποιο σημείο η ηρωίδα, που στην εξέλιξη της πλοκής αποδεικνύει την ανωτερότητα των Ελλήνων έναντι των βαρβάρων.

Η αποδοχή και η δημοτικότητα του μύθου της τραγωδίας συνεχίζει να είναι μεγάλη σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας, όπως όμως έχει ερευνήσει η ελληνίστρια Ήντιθ Χωλ, μετασχηματίζεται ανάλογα με τις κυρίαρχες αντιλήψεις της κάθε εποχής. Η λατινική πρόσληψη του μύθου, ας πούμε, απομακρύνεται από την Ιφιγένεια και εστιάζει στη φιλία του Ορέστη με τον Πυλάδη, που γίνεται πρότυπο της amicitia, της αντρικής φιλίας μεταξύ των νεαρών Ρωμαίων αριστοκρατών. Ένας κατ’ εξοχήν εκφραστής αυτής της πρόσληψης είναι ο λυρικός ποιητής Οβίδιος, τα 2.000 χρόνια από τον θάνατο του οποίου συμπληρώνονται φέτος. Εξόριστος ο ποιητής στις ακτές της ίδιας θάλασσας, και συγκεκριμένα στους Τόμους της Μοισίας, τη σημερινή Κωστάντζα, γράφει τις περίφημες «Επιστολές από τον Πόντο» προς τους φίλους του.  

Η τυπογραφική έκδοση των έργων του Ευριπίδη, το 1503 από τον Άλδο Μανούτιο στη Βενετία, προκαλεί την αναγέννηση του παγκόσμιου ενδιαφέροντος για την τραγωδία, η οποία διαγράφει μια συναρπαστική πολιτιστική ιστορία τα νεότερα χρόνια. Η Ιφιγένεια μεταφέρεται το 1779 στην όπερα από τον καινοτόμο Βοημό συνθέτη Κρίστοφ Γκλουκ, χορογραφείται από την Ισιδώρα Ντάνκαν και την Πίνα Μπάους και στις μέρες μας γίνεται μεγάλη θεατρική επιτυχία στις αρχές του 20ου αιώνα και κινηματογραφική ταινία υποψήφια για Όσκαρ το 1931.

Ακόμη πιο εντυπωσιακές όμως είναι οι μεταμορφώσεις του μύθου της, που έρχονται να εξυπηρετήσουν νέες ιδεολογικές ανάγκες και χρήσεις :

Πιο γνωστή είναι η τραγωδία του Γκαίτε, την οποία παρουσίασε σε ποικίλες μορφές από το 1799 μέχρι το 1782. Εδώ η λύση δεν δίνεται από τους Θεούς αλλά από τους ανθρώπους, το ξόανο δεν το κλέβουν οι 3 Έλληνες αλλά τους το παραδίδει μόνος του ο Θόας, πεισμένος από την ειλικρίνεια και την διαλεκτική δύναμη της Ιφιγένειας. Είναι μια επιλογή, που αντανακλά όχι μόνο την ανθρωπιστική πρόσληψη του αρχαίου κόσμου από τον Γκαίτε ύστερα από το ταξίδι του στην Ιταλία αλλά και την ιδέα του για τη γερμανική ενοποίηση, που πρέπει να βασιστεί στον ορθολογισμό και τη συναίνεση και όχι στη δύναμη των όπλων.

Το 1903 στο δραματικό ποίημα της Λέσγια Ουκράινκα, ηγετικής μορφής της αναγέννησης της ουκρανικής λογοτεχνίας, η Ιφιγένεια αξιοποιείται ως σύμβολο αγώνα ενάντια στον τσαρικό ιμπεριαλισμό αλλά και υπέρ του σοσιαλισμού, ενώ το 1972 ο Έλληνας ποιητής Γιάννης Ρίτσος γράφει την «Επιστροφή της Ιφιγένειας» και χρησιμοποιεί το καθεστώς των Ταύρων ως μεταφορά για τη στρατιωτική δικτατορία. Και κατά την τελευταία εικοσαετία αρκετοί συγγραφείς, ακολουθώντας τις λεγόμενες αντι-αποικιακές προσλήψεις, εστιάζουν στον Θόαντα ως αγωνιστή ενάντια στους εισβολείς και την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα ενώ οι Αμερικανίδες συνάδελφοί τους προσπαθούν να συνδέσουν την Ιφιγένεια με την προβληματική της ταυτότητας φύλου.

Παρακολουθούμε λοιπόν, πώς ένας αφηγηματικός μύθος επιβιώνει μεταλλασσόμενος, συνδιαλέγεται διαχρονικά με τις ιστορικές και πολιτικές εξελίξεις αλλά εξακολουθεί να θέτει εμφατικά το ζήτημα της σχέσης με τον εκάστοτε «άλλο».


Τον Φεβρουάριο του 1945 στην Κριμαία καθορίστηκε
η τύχη της Ευρώπης (Διάσκεψη της Γιάλτας)
Στην πραγματικότητα η ίδια η Κριμαία έχει αναδειχθεί διαχρονικά σε τόπο συνάντησης της θάλασσας με τη στεριά ή, ακόμα καλύτερα, με τη στέπα της ενδοχώρας. Και μπορεί αυτή η συνάντηση να μη στερείται συγκρούσεων και καταστροφών, την ίδια ώρα όμως αποβαίνει γόνιμη για όλα τα συναλλασσόμενα μέρη όχι μόνο οικονομικά αλλά και πολιτιστικά : Είτε πρόκειται για την ένταξη των Σκυθών στο σύστημα των εμπορικών συναλλαγών του αρχαίου κόσμου, είτε για τη δημιουργία υβριδικών πολιτισμικών ταυτοτήτων, σαν αυτές που περιγράφει ο Δίων ο Χρυσόστομος, είτε για το διάρκειας αρκετών αιώνων Βασίλειο του Κιμμέριου Βοσπόρου, είτε για τους Χαζάρους του Σουντάκ, που μιλούν μια τουρκογενή γλώσσα αλλά ασπάζονται το ιουδαϊκό θρήσκευμα, είτε για τα πρώτα βήματα του εκχριστιανισμού της Ρωσίας του Κιέβου είτε τέλος για τη συνεργασία των γενοβέζικων και βενετσιάνικων εμπορικών πόλεων με το ταταρικό Χανάτο της Χρυσής Ορδής.
 
Όπως συνοψίζει εύστοχα ο Νηλ Άσερσον στο κλασσικό του έργο για τη Μαύρη Θάλασσα, διαχρονικά «η Κριμαία ανήκει σε όλους και σε κανένα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου