Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Γκορίτσια & Νόβα Γκόριτσα, η πρώτη διασυνοριακή πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης

Όλος ο κόσμος ξέρει για το διαιρεμένο από τον Ψυχρό Πόλεμο Βερολίνο, λίγοι όμως ότι οι πολεμικές περιπέτειες του 20ου αιώνα στην Ευρώπη δημιούργησαν και άλλες πόλεις διαιρεμένες από κρατικά σύνορα. Κάποιες επανενώθηκαν με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου (Γκντανσκ, τέως Ντάντσιχ, και Γκντύνια στην Πολωνία, Ριγιέκα και Φιούμε στην Γιουγκοσλαβία), ο οποίος όμως με τη σειρά του παρήγαγε νέες διαιρέσεις. Στο κείμενο αυτό θα διαβάσετε για ένα μοναδικό παράδειγμα «επανενοποίησης» του 21ου αιώνα παρά την τυπική διατήρηση των συνόρων.

Μεταφερόμαστε στη λοφώδη περιοχή Γκορίτσκα, στην ενδοχώρα της βορειοανατολικής Αδριατικής και στη σημερινή μεθόριο Ιταλίας και Σλοβενίας. Το ιστορικό κέντρο της περιοχής, η ιταλική πόλη Γκορίτσια, ή Γκόριτσα στα σλοβενικά, είναι χτισμένη στην αριστερή όχθη του ποταμού Ιζόντσο, Σότσα στα σλοβενικά, και στα πρόθυρα των Ιουλιανών Άλπεων και του οροπεδίου του Καρστ. Το κάστρο της, που δεσπόζει πάνω σ’ ένα λόφο στο κέντρο της πόλης, μνημονεύεται για πρώτη φορά το 1001 αλλά, παραλείποντας κάποιες παλιότερες ιστορικές περιπέτειες, όταν το ένα φεουδαρχικό κρατίδιο πολεμούσε ενάντια στο άλλο, πιο αξιοσημείωτο είναι ότι απέφυγε τη βενετική κυριαρχία, άφού ενσωματώθηκε από το 1500 ήδη στην αυτοκρατορία των Αψβούργων. 

Η αυστριακή μπουρζουαζία, που αγάπησε την Γκορίτσια για το ήπιο κλίμα της, την προίκισε με αρχιτεκτονικό και μνημειακό πλούτο και της έδωσε το προσωνύμιο «Αυστριακή Νίκαια». Η πόλη πάντως, στο σταυροδρόμι 3 κόσμων - του λατινικού, του σλαβικού και του γερμανικού - είχε πάντα μεικτό γλωσσικά πληθυσμό, που αντανακλάται και στις διαφορετικές ονομασίες της : Görz στα γερμανικά, Gorica στα σλοβενικά, Gorizia στα ιταλικά και Gurize στην τοπική διάλεκτο του Φρίουλι. Ωστόσο, η καταγωγή του ονόματός της, που σημαίνει λόφος, είναι σλαβική, όπως σλοβενική ήταν σταθερά και η πλειοψηφία των κατοίκων της. Στο μυθιστόρημα του Πιέρο Κιάρα «Θα δω τη Σιγκαπούρη ;», ο βασικός του ήρωας φτάνει το 1932 στην πόλη και δεν μπορεί να συνεννοηθεί στα ιταλικά ενώ ξαφνιάζεται και από ένα φαγητό με την άγνωστη ονομασία «παλατσίνκα» - η κρέπα σε πολλές σλαβικές γλώσσες.

Η αφύπνιση των εθνικισμών στις τελευταίες δεκαετίες της αψβουργικής μοναρχίας, και χρονικά πρώτου του ιταλικού, επιφύλαξε δραματικές εξελίξεις στην πορεία της περιοχής. Στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου η Ιταλία προσχώρησε στο στρατόπεδο της Αντάντ το 2015, ύστερα από τις υποσχέσεις της τελευταίας για μεγάλα εδαφικά κέρδη, και ο ιταλικός στρατός πέρασε τον Ιζόντσο και κατέλαβε την πόλη τον Αύγουστο του 2016. Την κράτησε μόλις 14 μήνες, μέχρι τη συντριπτική ήττα του από τις αυστρογερμανικές δυνάμεις στο Καπορέτο, που σήμανε όχι μόνο την ανακατάληψη της Γκορίτσια αλλά τη μεταφορά του μετώπου πολλά χιλιόμετρα δυτικότερα, στον ποταμό Πιάβε. Παρεμπιπτόντως, ακόμα και σήμερα στην Ιταλία η λέξη Καπορέτο χρησιμοποιείται με τη σημασία του Βατερλώ, ως συνώνυμη δηλαδή της πανωλεθρίας. Παρ’ όλα αυτά το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου» βρήκε την Ιταλία στο στρατόπεδο των νικητών και οι υποσχέσεις τηρήθηκαν.

Το πρόβλημα ήταν ότι η σλοβενική πλειοψηφία είχε πλέον υιοθετήσει το δικό της εθνικό πρόγραμμα, ενισχυμένο από την παρουσία ενός κράτους αναφοράς δίπλα της, του βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας. Ο Μουσολίνι αποφάσισε να το αντιμετωπίσει με τη βία, κλείνοντας σλοβενικά σχολεία και ιδρύματα και απαγορεύοντας τη δημόσια χρήση της γλώσσας, ονομάτων και τοπωνυμίων ενώ οι ντόπιοι Μελανοχίτωνες πυρπόλησαν ή βανδάλισαν εμβληματικά κτίρια της κοινότητας. Το πρώτο αντιφασιστικό κίνημα στην Ευρώπη, το σλοβενικό TIGR, ιδρύθηκε το 1927 στην ευρύτερη περιοχή της Τεργέστης και σύντομα απέκτησε τους πρώτους μάρτυρές του, εκτελεσμένους από το φασιστικό καθεστώς. Με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 η περιοχή πέρασε υπό τον έλεγχο των ναζί, οι οποίοι περιορίστηκαν να επιδιαιτητεύουν τις αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ των αντίπαλων ακροδεξιών ομάδων, των Ιταλών φασιστών και των Σλοβένων Ντομοπράντσκι.

Η οριστική ήττα του Άξονα έθεσε στην ημερήσια διάταξη τα ερωτήματα για το μέλλον της περιοχής. Οι παρτιζάνοι του Τίτο μπήκαν στην πόλη την Πρωτομαγιά του 1945 και έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό και από τις δύο πλευρές αλλά κάποια αστυνομικά μέτρα ή και «εξαφανίσεις» Ιταλών επανέφεραν σύντομα τις εθνοτικές καχυποψίες και εντάσεις. 40 μέρες αργότερα έκαναν την εμφάνισή τους αμερικανικά και αγγλικά στρατεύματα και οι παρτιζάνοι περιορίστηκαν στα ανατολικά περίχωρα. Ακολούθησαν δύο τεταμένα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων τόσο η Τεργέστη όσο και η Γκορίτσια διεκδικήθηκαν από Ιταλούς και Γιουγκοσλάβους όχι μόνο στο διπλωματικό επίπεδο αλλά και με μεγάλες αντίπαλες διαδηλώσεις στις δύο πόλεις. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιτικρουόμενες θέσεις των τοπικών τάσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας, οι οποίες οδήγησαν σε αμφιθυμία και την κεντρική ηγεσία του. Ο Τολιάτι ταξίδεψε το 1946 στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία και συμφώνησε με τον Τίτο η μεν Τεργέστη να γίνει γιουγκοσλαβική, η δε Γκορίτσια να παραμείνει ιταλική. Αν σας θυμίζει κάτι, η συμφωνία στοίχισε στους Ιταλούς κομμουνιστές σφοδρές κατηγορίες περί «εθνικής προδοσίας» ενώ η Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού το 1947 επιδίκασε την Γκορίτσια στην Ιταλία αλλά την ενδοχώρα της, την περιοχή Γκορίτσκα, στη Γιουγκοσλαβία ενώ όρισε ειδικό καθεστώς για την Τεργέστη. Ένα χρόνο αργότερα, η ρήξη Τίτο – Στάλιν έλυσε το πρόβλημα του, τότε ακόμα φιλοσταλινικού, PCI αλλά επιφύλαξε σκληρή μοίρα στους Μονφαλκονίστι, τους Ιταλούς κομμουνιστές, που είχαν περάσει στη Γιουγκοσλαβία για να στηρίξουν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση και κατέληξαν σε τιτοϊκό στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η οριστική διευθέτηση των συνόρων έγινε πολύ αργότερα, με τη διμερή Συνθήκη του Όζιμο το 1975, που έθεσε ταυτόχρονα τις βάσεις για την προστασία των μειονοτικών δικαιωμάτων εκατέρωθεν των συνόρων. 

Πίσω στο 1947, για τις χιλιάδες των Σλοβένων, που εγκατέλειψαν την πόλη και τις περιουσίες τους, αλλά και για το κύρος του τιτοϊκού καθεστώτος έμπαινε επιτακτικά το ζήτημα της οικιστικής τους αποκατάστασης. Ο σχεδιασμός μιας νέας πόλης, της Νόβα Γκόριτσα, στην άλλη πλευρά του συνόρου ανατέθηκε στον μοντερνιστή αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Έντβαρντ Ράβνικαρ. Αποτέλεσε ένα από τα πιο φιλόδοξα πολεοδομικά εγχειρήματα της μεταπολεμικής Ευρώπης και στην υλοποίησή του συμμετείχαν 5.200 εθελοντές από όλη τη Γιουγκοσλαβία. Ο Ράβνικαρ σχεδίασε μια πόλη πνιγμένη στο πράσινο με διαχωρισμό των ζωνών κατοικίας, εργασίας και αναψυχής και προσεγμένα κτιριακά συγκροτήματα. Παρ’ όλο που το σχέδιό του δεν ολοκληρώθηκε από τους διαδόχους του, η Νόβα Γκόριτσα διατήρησε τον χαρακτήρα της κηπούπολης και απέκτησε το προσωνύμιο «πόλη των ρόδων».

Το σύνορο ωστόσο παρέμεινε, ίσως όχι τόσο σκληρό όσο με τις υπόλοιπες ανατολικές χώρες αλλά με υπαρκτές συνέπειες στη ζωή των ανθρώπων. Το πιο χαρακτηριστικό τοπόσημο της διαίρεσης ήταν η πλατεία μπροστά από τον σιδηροδρομικό σταθμό, που στο παρελθόν συνέδεε τη Γκορίτσια με τη Βιέννη και πλέον φιλοξενούσε το κόκκινο γιουγκοσλάβικο αστέρι. Η συνοριακή γραμμή περνούσε από το κέντρο της πλατείας, που στα ιταλικά λεγόταν Τρανσαλπίνα και στα σλοβενικά Κόκκινου Στρατού.

Η Ιστορία άρχισε να αλλάζει ξανά το 1992 με την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και στη συνέχεια με την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 και στη Ζώνη Σένγκεν το 2007. Η ελευθερία της καθημερινής συνοριακής διέλευσης αποκαταστάθηκε πλήρως ενώ το 2011 οι δύο παραμεθόριοι Δήμοι, και ένας τρίτος σλοβενικός, υπέγραψαν μια ιστορική συμφωνία ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας (EGTC GO). Η ιδέα της από κοινού διεκδίκησης του θεσμού της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης προτάθηκε από τη Σλοβένα σκηνοθέτιδα και πανεπιστημιακό Νέντα Μπριτς το 2016, τη χρονιά της ατυχούς υποψηφιότητας των Ιωαννίνων, και υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό από τους δύο Δημάρχους. Πολύ σύντομα διαφάνηκε ότι η καμπάνια της διεκδίκησης υπό το σύνθημα «GO ! Borderless», από την ευφυή σύνδεση του κοινού αρχικού των δύο πόλεων με την πρόσκληση για δράση μαζί με το αίτημα της υπέρβασης των συνόρων, εξασφάλιζε στην υποψηφιότητα ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα.

Οι δύο πόλεις φιλοξένησαν πράγματι τον θεσμό το 2025 με επίκεντρο των εκδηλώσεων την προαναφερθείσα, ενοποιημένη πλέον, πλατεία Τρανσαλπίνα, που στα σλοβενικά είχε πλέον μετονομαστεί σε «πλατεία Ευρώπης». Δεν είναι στις προθέσεις, ούτε και στις δυνατότητες, του συγγραφέα να αποτιμήσει τις εκδηλώσεις, αρμοδίως όμως η διοργάνωση, παρά τις δυσκολίες συντονισμού δύο κρατικών δομών, αξιολογήθηκε ως επιτυχημένη, κυρίως επειδή εμπλούτισε τον θεσμό με νέο περιεχόμενο και δυναμική. Πιο σημαντική όμως είναι η κληρονομιά, που αφήνει μια «πολιτιστική πρωτεύουσα», εν προκειμένω όχι μόνο στους πολιτιστικούς θεσμούς αλλά και στη διασυνοριακή συνεργασία.

Η πρόσφατη επίσκεψή μας κατέγραψε κάποια «μεθεόρτια», τη διατήρηση κάποιων εκθέσεων, τη συστηματοποίηση διασυνοριακών ιστορικών διαδρομών και περιπάτων κλπ. Ειδική αναφορά χρειάζεται η ψηφιακή πινακοθήκη DAG, που έχει αναπτυχθεί σε μια σήραγγα κάτω από το κάστρο στην ιταλική πλευρά των συνόρων, αντιαεροπορικό καταφύγιο το 1943-4 στη διάρκεια των συμμαχικών βομβαρδισμών. Οι εσωτερικές επιφάνειες της σήραγγας έχουν καλυφθεί από γιγαντοοθόνες λεντ και έχουν εφοδιαστεί με οπτικά και ακουστικά εφέ τελευταίας τεχνολογίας. Την εποχή αυτή εκτίθεται το έργο Data Tunnel του τουρκικής καταγωγής Ρεφίκ Αναντόλ, που αξιοποιεί την τεχνητή νοημοσύνη για την επεξεργασία εκατομμυρίων δεδομένων από το φυσικό περιβάλλον - τον φυτικό κόσμο, τις κινήσεις των ωκεανών και των ανέμων κλπ - και τις μετατρέπει σε τρισδιάστατη και μεταβαλλόμενη ψηφιακή ροή και σε ένα ονειρικό περίπατο για μικρούς και μεγάλους. 

  Η γενικότερη συνεργασία έχει επεκταθεί σε πολλά πεδία, κυρίως με την αξιοποίηση των προγραμμάτων Interreg - στο συγκοινωνιακό, το υγειονομικό, την προώθηση της βιώσιμης κινητικότητας και άλλα. Οι ορεινές στη συντριπτική τους πλειοψηφία τοποθεσίες του Μεγάλου Πολέμου σε όλο το μήκος των ιταλο-σλοβενικών συνόρων έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «Μονοπάτι της Ειρήνης», με συντήρηση και ανάδειξη μνημείων, χαρακωμάτων και κοινοταφίων, πεζοπορικές και ποδηλατικές διαδρομές και γαστρονομικές εμπειρίες.

  Εν κατακλείδι, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία, είναι η διαχείριση των τραυμάτων του παρελθόντος και η αποκατάσταση της πρωτοκαθεδρίας της Γεωγραφίας έναντι της Ιστορίας, ή, σωστότερα, της ιδεολογικής χρήσης της τελευταίας στην υπηρεσία του εθνικισμού. Είναι άραγε ουτοπικό να περιμένουμε μια ενοποιημένη Λευκωσία να γίνει κάποτε και αυτή πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης ; Για το κίνημα της επανένωσης και γενικότερα για την Αριστερά ένθεν και εκείθεν της Πράσινης Γραμμής ο δρόμος είναι μακρύς. Ίσως όμως όχι και αδιάβατος, όπως δείχνει το παράδειγμα της Νόβα Γκόριτσα και της Γκορίτσια.